Πώς γίνεται ακόμα απ το post να λείπουν τα διαφανα ... σχεδόν όλα τα τραγούδια τους έχουν μια θέση σ αυτο πιστέυω. Λίγα μόνο δείγματα αυτών τα ακόλουθα.
Μέρες Αργίας
Ξέρω πως θα 'ρθει, και δεν θα 'μαι όπως είμαι,
να τον δεχτώ με το καλύτερο παλτό μου·
μήτε σκυμμένος στις σελίδες κάποιου τόμου,
εκεί που υψώνομαι να μάθω ότι κείμαι.
Δεν θα προσεύχομαι σε σύμπαν που θαμπώνει,
δεν θα ρωτήσω αναιδώς, πού το κεντρί σου;
Γονιός δεν θα 'ναι να μου πει, σήκω και ντύσου
καιρός να ζήσουμε, παιδί μου, ξημερώνει.
Θα 'ρθει την ώρα που σπαράσσεται το φως μου,
κι εκλιπαρώ φανατικά λίγη γαλήνη,
θα 'ρθει σαν πύρινο παράγγελμα που λύνει
όρους ζωής και την αδρή χαρά του κόσμου·
δεν θα μαζεύει ουρανό για να με πλύνει,
δεν θα κρατά βασιλικό ή φύλλα δυόσμου...
Eυωδιάζουν αγριοκέρασα οι σιωπές
Παραδομένος σε μια μοίρα σκοτεινή
έτσι αφημένος σ' ένα απόκοσμο παζάρι
να υποφέρω από μια δύναμη κρυφή
με τα κουρέλια μου να ντύνω το φεγγάρι
Γελώντας λούζομαι σε βιβλικές βροχές
κι αν σκοτεινιάζω αγάπη μου μη με φοβάσαι
γιατί ευωδιάζουν αγριοκέρασα οι σιωπές
που με τυλίγουν σαν ομίχλη όταν κοιμάσαι
Την ερημιά μου τη στοιχειώνουνε φωνές
πονάει η μνήμη μου κι σκούζει σαν θηρίο
και έτσι για πάντα θα γεμίζω μ' ενοχές
για τα γλυκά απελπισμένα σου αντίο
Και εγώ που πάντα ήθελα μέσα σου να ζήσω
σφαδάζω κάτω από έναν ξένο αστερισμό
ήρθα εδώ για να υποφέρω, ν' αγαπήσω
και να χαθώ...
Άγριο Μέλι
Να κρατιέμαι από πάνω σου όταν πονώ
και να γέρνω αργά το κεφάλι στον ώμο,
που δεν τρέμουν τα χέρια σου όλο να φθονώ
δίκαιος φθόνος σ ‘άδικο της ζωής νόμο
Ν ‘αφουγκράζομαι δάκρυα και γέλια υγρά
και ν ‘αφήνω στο βλέμμα σου ένα άκοσμο χάδι
που γεμίζεις μ ‘ανάσες καθώς ξεψυχά
το καλύτερο νιότης αν θες μας το βράδυ
Να κουρνιάζω ερείπιο στα ερείπια επάνω
και να φτύνω σιωπές σ ‘άλλες δυο μου ζωές
που δε τρέχουν τα σύννεφα και πως ν ‘ανασάνω
με πατζούρια κλειστά και θνητούς πνεύμονες.
Να φωλιάζω κρυφά στις ρυτίδες της νιότης
και να ψέλνω αργά το τραγούδι της μάνας
που δεν τρέμουν τα χέρια σου εγώ είμαι ο πότης
είμαι μέτρο, ρυθμός, η ωδή και ο Πάνας
Δεν αντέχουν τα πόδια μου να τρέξουν κοντά σου
σαν κισσός να τυλίξω το κορμί σου που θέλει
που δε θέλει όμως φίδι να γίνει, φαντάσου
να σταλάξει αρμύρα από άγριο μέλι...
Διάφανα Κρίνα
Κινήσανε πριν χρόνια σαν τα τρένα
που ολόφωτα διασχίζαν τα όνειρά τους
τρελά πουλιά με μάτια πληγωμένα
συντρόφευαν την άγρυπνη χαρά τους
Μεθύσανε σε μπαρ ναυαγισμένα
μ' αγγέλους που 'χαν χάσει τα φτερά τους
και μοιάζαν με παιδιά εγκατελειμμένα
που φτιάχναν βάρκες με τη χάρτινη καρδιά τους
Στο δρόμο συναντούσαν υπνοβάτες,
νεκρές ψυχές που αναζητούσαν τα κορμιά τους,
σκιάχτρα που ξεδιψούσαν μ' αυταπάτες,
τρελούς που κυνηγούσαν τη σκιά τους
Τις νύχτες κάτω από τ' άστρα που σπινθήριζαν
μέσα στην ρόδινη σιωπή του γαλαξία
Θυμόντουσαν το σπίτι που γεννήθηκαν
και μια σκυφτή στην κάμαρα οπτασία:
τη μοίρα τους που τους κοίταζε σαν ξένους
Κι ακούγανε φωνές που τους καλούσανε
και λέγανε τα μαύρα παραμύθια
τις ρίζες που τους κόψαν και πονούσανε
τη μοναξιά η μόνη τους αλήθεια.