Η φωνή και η βία
Δημοσιεύτηκε: Πέμ Ιαν 08, 2009 6:30 pm
Η Καθημερινή της Κυριακής 28-12-2008Από τον καθηγητή Παντελή Μπασάκο λάβαμε το ακόλουθο κείμενο, απάντηση σε δημοσίευμα επιστημόνων και μεταπτυχιακών φοιτητών στην «Αυγή».
Την ανοικτή επιστολή των πανεπιστημιακών με τίτλο «Ούτε δικτατορία ούτε αναρχία- Δημοκρατία» που φιλοξένησε η «Καθημερινή» της Κυριακής 14 Δεκεμβρίου (εκ των δραστών της οποίας υπήρξε και ο γραφών) ετίμησαν με την οξύτατη διαφωνία τους επτά νέοι επιστήμονες και μεταπτυχιακοί φοιτητές-το κείμενο τους δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» της περασμένης Κυριακής.
Η θέση τους είναι πώς επιμένουμε να εκλαμβάνουμε τα συμπτώματα ως αιτία, και πως για τούτο αναζητούμε τη βελτίωση της πολιτικής και των θεσμών, ενώ θα έπρεπε-τι άραγε; Αυτό το μαθαίνουμε στην ακροτελεύτια φράση του κειμένου, όπου μας ζητείται να αρθούμε «στο ύψος της αλήθειας του Συμβάντος. Γιατί το Συμβάν της εξέγερσης δεν ξεχνιέται πλέον».
Η παραίνεση αφήνει αμήχανο τον αναγνώστη, αντί να τον βοηθήσει. Σύμφωνα με «Σ» κεφαλαίο, που η αλήθεια τους διαθέτει ύψος, είναι τα ιδρυτικά συμβάντα των θρησκειών-την αλήθεια των οποίων καλούνται να ομολογήσουν όλοι, γιατί οι θρησκείες είναι επεκτατικές από την φύση τους και δυσανεκτικές στην διαφορά. Ομολογία πίστεως μας ζητούν οι καλοί συνάδελφοι..
Οι συνομιλητές μας υποστηρίζουν, επικαλούμενοι την αυθεντία του Πολ Ρίκερ, πως «δεν πρέπει να σπεύδουμε να καλύπτουμε τα συμβάντα, αν θέλουμε να διδαχθούμε από αυτά». Πολύ σωστά, αρκεί να θυμόμαστε πώς ένας τρόπος να καλύπτεις τα συμβάντα είναι και το να τους στερείς την ιδιαιτερότητά τους, το να αναιρείς την πληθυντικότητά τους με την αναγωγή σ’ ένα μοναδικό εξιδανικευμένο (υψηλό) Συμβάν, κάτι σαν τοτέμ στο κέντρο της πλατείας.
Αν επιμείνουμε λοιπόν όχι στο Συμβάν, αλλά στα συμβάντα, και δη σε αυτά που οι συνομιλητές μας, στην προσπάθειά τους να ανασκευάσουν αυτό που εκλαμβάνουν ως πληροφόρηση «που διακινείται από την εγχώρια (sic) ειδησεογραφία», τα αποσιωπούν – και είναι σημαντικότερα : λ.χ. το ότι, στη συγκυρία ετούτη, η βία δεν ανεβαίνει μόνο στην παραδοσιακή της σκηνή, τα Εξάρχεια και τους πέριξ χώρους, αλλά συνήθως με τις πιο ήπιες μορφές, διαχέεται σε όλη την χώρα, και με δράστες νέους 15και 16 ετών. Πώς μπορούμε να διδαχτούμε από τα γεγονότα αυτά;
Ασκεί κανείς βία όταν δεν μπορεί να μιλήσει. Η βίαιη πράξη παίρνει την θέση μιας φωνής που αδυνατεί να ακουστεί – και όταν μια φωνή ξέρει πως δεν μπορεί να ακουστεί, καταλήγει να ακυρώνεται προτού ακόμα αρθρωθεί. Δεν είναι μόνο σε συνθήκες αυταρχισμού και λογοκρισίας που ακυρώνεται ο λόγος. Με ακόμα πιο αποτελεσματικό τρόπο γίνεται η ακύρωση όταν σε συνθήκες πλήρους ελευθερίας λόγου, κάποιος έχει προλάβει να εγκατασταθεί στην θέση από την οποία μπορείς να ακουστείς, και από εκεί έχει αρχίσει να λέει δυνατά και εξ ονόματός σου, πράγματα διαφορετικά από αυτά που θα ήθελες να πεις, αλλά από αυτά που σε απασχολούν. Όπως θα δούμε, τέτοια είναι η ακύρωση που παράγει την μαθητική βία.
Αν, προς στιγμήν, έλθουμε στη θέση ενός μαθητή Λυκείου, και προσπαθήσουμε να δούμε τα πράγματα από την σκοπιά του, θα αντικρύσουμε εικόνα καταθλιπτική, στην οποία δεσπόζουν οι εισαγωγικές εξετάσεις για το πανεπιστήμιο : αυτές που καθορίζουν την πραγματικότητα του, από την τρέχουσα καθημερινότητα έως και τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές του, το «τι θα κάνει στη ζωή του». Γι’ αυτές τις αμφίβολες προοπτικές θα πρέπει να πληρώσει, πέρα από χρήματα-είναι πανάκριβη η δωρεάν παιδεία του φροντιστηρίου- και με τον καταναγκασμό στην αποστήθιση, με την ισοπέδωση της προσωπικότητας και της δημιουργικότητας του –μια επίπονη και εκπαιδευτικά α-νόητη θητεία τον περιμένει. Η επιβράβευσή του, στις περισσότερες των περιπτώσεων είναι το να τον «ρίξει» το σύστημα σ’ ένα τμήμα που τον ενδιαφέρει από λίγο έως καθόλου, που και αυτό έχει μάθει να λειτουργεί με αδιάφορους φοιτητές, επομένως γραφειοκρατικά και αδιάφορα: «να πάρεις ένα πτυχίο».
Για ετούτη την προοπτική ο μαθητής του λυκείου δεν μπορεί να διαμαρτυρηθεί: η θέση από την οποία θα μπορούσε να ειπωθεί λόγος αμφισβήτησης έχει καταληφθεί από το «μεγαλειώδες εκπαιδευτικό κίνημα», το οποίο του λέει πως αυτό που τον περιμένει είναι καλό, είναι δωρεάν παιδεία, του λέει πως δεν ήρθε ακόμα (γιατί άραγε;) ο καιρός να κάνει το κίνημα μέτωπο τις εισαγωγικές –του λέει πως, όσον αφορά τα δικά του νιάτα, αυτός έχασε. Νικήσαμε όμως στο άρθρο 16.
Αυτό μας διδάσκουν τα συμβάντα. Ο μαθητής μας δεν μπορεί να μιλήσει., γιατί τον έχουν προλάβει άλλοι πάνω στο βήμα, και τον έχουν πουλήσει. Για τούτο σηκώνει πέτρα-όταν σηκώνει. Με το να ισχυριζόμαστε πως δεν είναι η πολιτική μας υπεύθυνη γι’ αυτό, αλλά κάτι που δεν θέλουμε να το αλλάξουμε- αξιοσημείωτος αλλά όχι πρωτόγνωρος, συμφυρμός μιας ρωμαλέας επαναστατικής ρητορείας με την συντηρητική σκοπιμότητα.
[…]
Το κείμενο αυτό περιέχει κάποιες αλήθειες, τις οποίες αφουγκράζεται ολόκληρη η ελληνική κοινωνία. Τις αλήθειες αυτές δυστυχώς δεν τις ακούσαμε σε κανένα ΜΜΕ. Και ούτε πρόκειται.. Απευθύνεται σε όλους τους εύχερους αναγνώστες, αλλά ειδικά σε εκείνους που έχουν συνδέσει την επιτυχία της εισαγωγής τους σε μια σχολή του ΕΜΠ με την δήθεν «αλάνθαστη» οπτική τους την οποία έχουν διαμορφώσει και με την οποία βλέπουν και αντιλαμβάνονται τα πράγματα, ακόμα και αν δε μπορούν να αντιληφθούν (ή πιο σωστά να παραδεχτούν) ότι άθελά τους δημαγωγούνται. Και η δημαγωγία δυστυχώς δεν είναι προνόμιο μόνο της αριστεράς. Στόχος της παράθεσης αυτού είναι να υπάρξει και μια άλλη άποψη στην ολοκληρωτική "δικτατορία" του αριστερισμού και της προπαγάνδας στους κύκλους των καλοστημένων φοιτητικών συλλόγων του ΕΜΠ και άλλων πανεπιστημιακών σχολών, οι οποίοι σε καμμία περίπτωση δεν εκπροσωπούν άλλους από τους ιδίους τους εντεταλμένους «θιασώτες» που και τους συνθέτουν και τους συντηρούν. Καθώς, φυσικά, και τους «πατρόνους» τους..