Σελίδα 1 από 1

Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι

Δημοσιεύτηκε: Δευ Δεκ 21, 2009 2:51 am
από Gus
Ωρες ωρες κατα την διαρκεια βαθυστοχαστων συλλογισμων,προκυπτουν κατι βαθυστοχαστα ερωτηματα ΑΛΛΟ ΠΡΑΜΑ.
Αναλογιζομενος πως εχουμε μολις 80 χρονια (μακαρι) ζωης,θεωρω πως δεν πρεπει να τα αφηνουμε να σπαταλιουνται ασκοπα,αλλα να γεμιζουμε την ζωη μας στιγμες και εμπειριες,εντονα συναισθηματα και ομορφες αναμνησεις.Εκει λοιπον ξεκιναει το παιχνιδι,τι δρομο δηλαδη θα διαλεξεις και πιστευεις οτι θα σε οδηγησει εκει...Να διαλεξεις εναν δρομο που θα σε αφηνει ηθικα (απο εντελως ατομικιστικη σκοπια,μακρια απο κυριαρχες ηθικες και π@π@ριτσες) σωστο,ή να επιλεξεις τον δρομο της ατομικοτατης καλοπερασης και στ@ρχιδ....σμου?Με δεδομενο οτι μπορει η 2η περιπτωση να ειναι εις βαρος πολλων αλλων ανθρωπων ευκολα την κατακρινει κανεις,αλλα παραειναι συμβατη με την ιδεα της καλοπερασης που σχεδον επιτασσουν τα ματαια τουτα 80 χρονια για να την πεταξουμε στον καλαθο των αχρηστων μονοκοντηλια.Θα ηθελα να ακουσω τις ιδεες σας πανω σε αυτο.


Κοινως,περνας μια ζωη με συνειδηση και πνευματικη ευχαριστηση

ή

Re: Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι

Δημοσιεύτηκε: Τετ Δεκ 23, 2009 2:42 pm
από papagalakos
Εικόνα
Κοιτάζοντας πίσω απ' τα πλαστικά στολίδια και το δέντρο στο Σύνταγμα, πίσω απ΄τα λαμπιόνια και την κόκα κόλα του Άι Βασίλη θα δεί κανείς ότι το πνεύμα των χριστουγέννων δεν υπάρχει πιο πέρα απ' τις βιτρίνες που θα στολίζουν για δύο βδομάδες την Αθήνα. Μια ψευδέσθηση, μια παύση από την καθημερινή βαρβαρότητα και μια προσποίηση. Ότι αυτές τις μέρες συγχωρούμε, αγαπάμε, νοιαζόμαστε..
Ένας κόσμος όπως θα τον θέλαμε.
Δεν αρκεί όμως να κλείσουμε τα μάτια και να τον φανταστούμε. Αν κλείσουμε τα μάτια μας εκατοντάδες παιδιά θα σφαγιαστούνε κάπου αλλού. Νέες εισβολές σε σπίτια, κι άλλες σφαγές στον κόσμο.
Κοιτάζοντας κάπου έξω πείραμε την απόφαση. Πηγαίνουμε και πάλι στη Γάζα. Για να σπάσουμε τον αποκλεισμό της Παλαιστίνης. Για να μπορούν όλοι οι άνθρωποι στον κόσμο να είναι ελεύθεροι. Τελικά για να κάνουμε το όνειρο πραγματικότητα.

Εικόνα

[youtube]http://www.youtube.com/watch?v=xwJQffbssxo[/youtube]


Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ' αρέσαν.
Τ' αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις
όπως το φέρει ο κόπος της τελειωμένης μέρας
και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες,
πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.
Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω
λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη~
νησιά, χρώμα Θλιμμένης Παναγίας, αργά στη χάση
ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας κάποτε
σε ταραγμένους δρόμους ποταμούς και μέλη ανθρώπων
βαριά μια νάρκη.
Κι όμως χτες βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας σκάλα
όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χα-
ράξει
σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια
στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος
ήρθε η στιγμή της πλερωμής κι ακούγονται
νομίσματα να πέφτουν πάνω στο τραπέζι~
σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη Θάλασσα του
Σαλέρνο
πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού, στην άκρη
μιας φθινοπωρινής μπόρας, το φεγγάρι
ξεπέρασε τα σύννεφα, και γίναν
τα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.
Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.

Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης, ένας τρόπος
ν' αρχίσεις να μιλάς για πραγματα που ομολογείς
δύσκολα, σε ώρες όπου δε βαστάς, σε φίλο
που ξέφυγε κρυφά και φέρνει
μαντάτα από το σπίτι κι από τους συντρόφους,
και βιάζεσαι ν' ανοίξεις τη καρδιά σου
μη σε προλάβει η ξενιτιά και τον αλλάξει.
Ερχόμαστε απ' την Αραπιά, την Αίγυπτο την Παλαιστίνη
τη Συρία
το κρατίδιο
της Κομμαγηνής που 'σβησε σαν το μικρό λυχνάρι
πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας,
και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια
κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες
χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.
Ερχόμαστε απ' την άμμο της έρημος απ' τις Θάλασσες του
Πρωτέα,
ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,
καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του.
Το βροχερό φθινόπωρο σ αυτή τη γούβα
κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας
ή αυτό που Θά 'λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα
ή μοναχά κακές συνήθειες, δόλο και απάτη,
ή ακόμη ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων.
Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους~
ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο~
χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος
μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας
και πόδια που θα τρέχανε, κι ας είναι τόσο κουρασμένα,
στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους.
Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,
άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν~
σαν έρθει ο Θέρος
προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ' άλλο χωράφι~
σαν έρθει ο Θέρος
άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό
άλλοι μπερδεύουνται μες στ' αγαθά τους, άλλοι ρητο-
ρεύουν.
Αλλά τα ξόρκια τ' αγαθά τις ρητορείες,
σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι Θα τα κάνεις;
Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;
Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή;
Καιρός του σπείρειν, καιρός του Θερίζειν.

Πάλι τα ίδια και τα ίδια, Θα μου πεις, φίλε.
Ομως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου
τη σκέψη
του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια
δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.
lσως και να 'Θελε να μείνει βασιλιάς ανθρωποφάγων
ξοδεύοντας δυνάμεις που κανείς δεν αγοράζει,
να σεργιανά μέσα σε κάμπους αγαπάνθων
ν' ακούει τα τουμπελέκια κάτω απ' το δέντρο του μπαμπού,
καθώς χορεύουν οι αυλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.
Ομως ο τόπος που τον πελεκούν και που του καίνε σαν
το πεύκο, και τον βλέπεις
είτε στο σκοτεινό βαγόνι, χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια,
νύχτες και νύχτες
είτε στο πυρωμένο πλοίο που Θα βουλιάξει καθώς το δει-
χνουν οι στατιστικές,
ετούτα ρίζωσαν μες στο μυαλό και δεν αλλάζουν
ετούτα φύτεψαν εικόνες ίδιες με τα δέντρα εκείνα
που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μες στα παρθένα δάση
κι αυτά καρφώνουνται στο χώμα και ξαναφυτρώνουν~
ρίχνουν κλωνάρια και ξαναφυτρώνουν δρασκελόυτας
λεύγες και λεύγες~
ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.
Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωυτανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει~
στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων πόνος.

Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης
που έφυγε μ' ανοιχτές πληγές απ' το νοσοκομείο
ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη
που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,
ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας~ "Στα σκοτεινά
πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε..."
Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ' αρέσουν.

Cava dei Tirreni, 5 Οκτωβρίου '44