Για την εξωκοινοβουλευτική “επαναστατική” αριστερά
Δημοσιεύτηκε: Τετ Ιαν 05, 2011 6:32 pm
Για την εξωκοινοβουλευτική “επαναστατική” αριστερά
Η αριστερά διακρίνεται σε δύο κατηγορίες. Την επαναστατική και τη ρεφορμιστική αριστερά.
Ένα μέρος της ρεφορμιστικής αριστεράς, ανύπαρκτο, προκειμένου να βρει ρόλο στο κίνημα και στην κοινωνία ετεροκαθορίζεται, φωνάζει· ψοφάει να το αναφέρει κανένας να καταπιαστεί και να ανοίξει διάλογο.
Οι εκπρόσωποί της αναλώνονται με τις ώρες σε ανούσιες συζητήσεις για το αν θα μπει ή όχι αυτή η λέξη, για το αν μια αφίσα θα είναι έτσι ή αλλιώς.
Αναλώνονται σε αναρίθμητες ώρες ανούσιων συζητήσεων, εφευρίσκουν διαφωνίες εκεί που δεν υπάρχουν και ρητορεύουν μέχρι τα ξημερώματα θαυμάζοντας ο καθένας τη φωνή του και πόσο ωραία τα λέει.
Και από δράση μηδέν. Εκτός από μια νερόβραστη χλιαρή παρέμβαση συνδικαλιστικού τύπου περνάνε την ώρα τους με πολιτικό κουτσομπολιό και ομφαλοσκοπικά αλληλοθαψίματα με φραπέδες στα τραπεζάκια των Εξαρχείων και των σχολών. Ας όψονται τα εσωκομματικά σεμινάρια που τους μαθαίνουν πώς να απαντάνε σε κάθε περίπτωση.
Καταβάλουν τον ελάχιστο δυνατό κόπο, με όσο δυνατόν λιγότερο ρίσκο για να αναδείξουν στη συνέχεια τη δράση τους ως τη μόνη επαναστατική, να τη ντύσουν με πολλά λόγια. Κι άλλη τροφή για συζήτηση.
Κατασυκοφαντούν όσους πάνε ένα βήμα παραπέρα ως πράκτορες ή προβοκάτορες τρομοκράτες με τον γνωστό αριστερίστικο σωβινισμό όποιου θέλει να καλύψει τη δική του απραξία. Ρίχνοντας λάσπη και σπιλώνοντας. “Ρίξε λάσπη ρίξε λάσπη κάτι θα μείνει”, που λέει και ένα γνωστό δόγμα.
Ανύπαρκτοι, εγκλωβίζουν κόσμο στις οργανώσεις τους που λειτουργούν σαν φιλοσοφικοί όμιλοι. Οι οργανώσεις τους, οργανώσεις/σφραγίδες, με λιγοστή νεολαία όπου μόλις πάρει πτυχίο θα πάει σπίτι της και μετά πάνε τα μεγάλα λόγια και οι ωραίες αναλύσεις, ή από στελέχη, συμβιβασμένα ουσιαστικά με το σύστημα. Με καλοπληρωμένες θέσεις που δεν μπορούν να σκεφτούν ουσιαστικά έξω από το σύστημα. Γι' αυτούς μάλλον μια ανακατανομή σημαίνει ότι θα χάσουν περισσότερα απ' όσα έχουν.
Υποτίθεται νομιμοποιούνται ως το μαζικό κίνημα. Μια παρέα η κάθε οργάνωση, λίγοι νοματαίοι, που αποκαλούν ηλίθιο το λαό και όσους δεν πείθουν.
Οι απατεώνες οπορτουνιστές “επαναστάτες” απορρίπτουν την ένοπλη πάλη, μαζί με κάθε μέσο πάλης που ξεφεύγει από τα πλαίσια της αστικής νομιμότητας.
Ως προφέσορες της αερολογίας και παπαρολογίας κάνουν θεωρία τον αριστερισμό και φιλοσοφία την ασυνέπεια. Με τον ίδιο συνδικαλιστικό αφηρημένο τρόπο επιστρατεύουν ακόμα και επιχειρήματα της συντήρισης για να θολώσουν τα νερά και να καλύψουν την απραξία τους. Ότι δεν υπάρχει κάτι άλλο να γίνει πέρα από τη δική τους νερόβραστη παρέμβαση.
Μια άλλη αντίρρηση λέει: με το να εκτελέσεις τον Μάλλιο ή το Γουέλτς δεν κάνεις τίποτα γιατί αυτούς η αντίδραση τους αντικαθιστά αμέσως -το πρόβλημα δεν είναι τα πρόσωπα αλλά το καθεστώς.
Ο συλλογισμός αυτός βασίζεται σε μια ταχυδακτυλουργία: ο σοσιαλισμός από στρατηγικός στόχος ενός πολύπλευρου αγώνα εμφανίζεται σαν άμεσος στόχος της εκτέλεσης. Αυτό το μικρό πηδηματάκι γίνεται και είναι απαραίτητο για να βγει το συμπέρασμα που θέλουν, δηλαδή η απόρριψη του μέσου της ένοπλης ενέργειας. Έτσι οι ενέργειες αυτές δεν παρουσιάζονται σαν ενέργειες μιας ορισμένης μακρόχρονης διαδικασίας, ενός προτσές πολύπλευρης ανάπτυξης του λαϊκού αγώνα που περιλαμβάνει κι ένοπλες μορφές, που κι αυτές συνεχίζονται και αναπτύσσονται, αλλά τελείως ξεκομμένες. Και παρουσιάζοντας τις έτσι ξεκομμένες που έχουν δήθεν για στόχο το σοσιαλισμό, μπορείς εύκολα να βγάζεις το συμπέρασμα που θέλεις.
Για να γίνει πιο καθαρό το πόσο γελοίος είναι αυτός ο συλλογισμός αρκεί να σκεφτεί κανείς την ίδια συλλογιστική για μια αφίσα, ή μία συνέλευση, ή μια απεργία. Αφού δεν κατορθώνει μια ενέργεια από μόνη της να ανατρέψει τον καπιταλισμό δεν χρειάζεται και να γίνεται.
Εξωκοινοβουλευτικοί και κράτος εμφανίζονται συχνά απ' την ίδια πλευρά να υπερασπίζονται τις εκλογές ή να καταδικάζουν την ατομική τρομοκρατία. Πραγματικά μπερδεύουν και τον πιο καλόπιστο που ξεκινάει να ασχολείται με την πολιτική και θέλει να μάθει το ρόλο της αριστεράς.
Η λεγόμενη “επαναστατική”, εξωκοινοβουλευτική αριστερά, που μόνο από πρόθεση δεν φαίνεται να είναι εξωκοινοβουλευτική, σπεύδει να συμμετάσχει όπου δει εκλογές, με επιχειρηματολογία αστικών κομμάτων.
Με δηλώσεις νομιμοφροσύνης όποτε χρειάζεται να φανεί ότι υπάρχει μια άλλη, φρόνιμη αριστερά, του “μαζικού κινήματος”, που να καταδικάζει ως προβοκατόρικη τη δράση της επαναστατικής αριστεράς. Θυμόμαστε άλλωστε και το 2002 και κάθε φορά που το καθεστώς χρειάστηκε μια φρόνιμη αριστερά.
Η συναλλαγή είναι σαφής. Το καθεστώς τους δίνει ένα μικρό βήμα να κάνουν το κομμάτι τους, έχουν ελεύθεροι τα μαγαζάκια τους, και την ελπίδα ότι κάποτε ίσως πιάσουν καμιά θέση σε κανένα δημοτικό συμβούλιο ή ακόμα και καμιά έδρα στη βουλή. Σε αντάλλαγμα παρέχουν άλλοθι στο σύστημα. Το καθεστώς απολαμβάνει το δικαίωμα να αυτοαποκαλείται δημοκρατία αφού ακούγονται όλες οι απόψεις, που αποτυπώνονται μάλιστα στις εκλογές, οι οποίες για την ρεφορμιστική οπορτουνίστικη αριστερά είναι “μάχες που πρέπει να δωθούν”.
Ώστε να μπορεί μετά ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Πάγκαλος να βγαίνει και να λέει ότι: «Η μόνη πηγή νομιμοποίησης είναι οι εκλογές και όσοι διαμαρτύρονται δεν μπορούν να καθορίσουν τη νομιμότητα».
Με αυτούς θα ασχολείται ο ιστορικός του μέλλοντος...
Δεν αξίζει να ασχοληθεί κανείς μαζί τους παραπάνω από όσο με ένα τέτοιο κείμενο. Τους δίνει και αξία. Όπως δεν αξίζει να ασχολείται κανείς με κάθε προβοκατόρικο σχόλιο που συνθέτει τη λασπολογία των ανύπαρκτων.
Γι' αυτό άλλωστε και η θέση τους πάντα ήταν οι παρακατιανοί φωνακλάδες της αριστεράς που κανείς δεν λαμβάνει υπόψη. Θα τους ξανασυναντήσουμε μετά από χρόνια.
Ίσως τότε είναι στην απέναντι πλευρά.
Η αριστερά διακρίνεται σε δύο κατηγορίες. Την επαναστατική και τη ρεφορμιστική αριστερά.
Ένα μέρος της ρεφορμιστικής αριστεράς, ανύπαρκτο, προκειμένου να βρει ρόλο στο κίνημα και στην κοινωνία ετεροκαθορίζεται, φωνάζει· ψοφάει να το αναφέρει κανένας να καταπιαστεί και να ανοίξει διάλογο.
Οι εκπρόσωποί της αναλώνονται με τις ώρες σε ανούσιες συζητήσεις για το αν θα μπει ή όχι αυτή η λέξη, για το αν μια αφίσα θα είναι έτσι ή αλλιώς.
Αναλώνονται σε αναρίθμητες ώρες ανούσιων συζητήσεων, εφευρίσκουν διαφωνίες εκεί που δεν υπάρχουν και ρητορεύουν μέχρι τα ξημερώματα θαυμάζοντας ο καθένας τη φωνή του και πόσο ωραία τα λέει.
Και από δράση μηδέν. Εκτός από μια νερόβραστη χλιαρή παρέμβαση συνδικαλιστικού τύπου περνάνε την ώρα τους με πολιτικό κουτσομπολιό και ομφαλοσκοπικά αλληλοθαψίματα με φραπέδες στα τραπεζάκια των Εξαρχείων και των σχολών. Ας όψονται τα εσωκομματικά σεμινάρια που τους μαθαίνουν πώς να απαντάνε σε κάθε περίπτωση.
Καταβάλουν τον ελάχιστο δυνατό κόπο, με όσο δυνατόν λιγότερο ρίσκο για να αναδείξουν στη συνέχεια τη δράση τους ως τη μόνη επαναστατική, να τη ντύσουν με πολλά λόγια. Κι άλλη τροφή για συζήτηση.
Κατασυκοφαντούν όσους πάνε ένα βήμα παραπέρα ως πράκτορες ή προβοκάτορες τρομοκράτες με τον γνωστό αριστερίστικο σωβινισμό όποιου θέλει να καλύψει τη δική του απραξία. Ρίχνοντας λάσπη και σπιλώνοντας. “Ρίξε λάσπη ρίξε λάσπη κάτι θα μείνει”, που λέει και ένα γνωστό δόγμα.
Ανύπαρκτοι, εγκλωβίζουν κόσμο στις οργανώσεις τους που λειτουργούν σαν φιλοσοφικοί όμιλοι. Οι οργανώσεις τους, οργανώσεις/σφραγίδες, με λιγοστή νεολαία όπου μόλις πάρει πτυχίο θα πάει σπίτι της και μετά πάνε τα μεγάλα λόγια και οι ωραίες αναλύσεις, ή από στελέχη, συμβιβασμένα ουσιαστικά με το σύστημα. Με καλοπληρωμένες θέσεις που δεν μπορούν να σκεφτούν ουσιαστικά έξω από το σύστημα. Γι' αυτούς μάλλον μια ανακατανομή σημαίνει ότι θα χάσουν περισσότερα απ' όσα έχουν.
Υποτίθεται νομιμοποιούνται ως το μαζικό κίνημα. Μια παρέα η κάθε οργάνωση, λίγοι νοματαίοι, που αποκαλούν ηλίθιο το λαό και όσους δεν πείθουν.
Οι απατεώνες οπορτουνιστές “επαναστάτες” απορρίπτουν την ένοπλη πάλη, μαζί με κάθε μέσο πάλης που ξεφεύγει από τα πλαίσια της αστικής νομιμότητας.
Ως προφέσορες της αερολογίας και παπαρολογίας κάνουν θεωρία τον αριστερισμό και φιλοσοφία την ασυνέπεια. Με τον ίδιο συνδικαλιστικό αφηρημένο τρόπο επιστρατεύουν ακόμα και επιχειρήματα της συντήρισης για να θολώσουν τα νερά και να καλύψουν την απραξία τους. Ότι δεν υπάρχει κάτι άλλο να γίνει πέρα από τη δική τους νερόβραστη παρέμβαση.
Μια άλλη αντίρρηση λέει: με το να εκτελέσεις τον Μάλλιο ή το Γουέλτς δεν κάνεις τίποτα γιατί αυτούς η αντίδραση τους αντικαθιστά αμέσως -το πρόβλημα δεν είναι τα πρόσωπα αλλά το καθεστώς.
Ο συλλογισμός αυτός βασίζεται σε μια ταχυδακτυλουργία: ο σοσιαλισμός από στρατηγικός στόχος ενός πολύπλευρου αγώνα εμφανίζεται σαν άμεσος στόχος της εκτέλεσης. Αυτό το μικρό πηδηματάκι γίνεται και είναι απαραίτητο για να βγει το συμπέρασμα που θέλουν, δηλαδή η απόρριψη του μέσου της ένοπλης ενέργειας. Έτσι οι ενέργειες αυτές δεν παρουσιάζονται σαν ενέργειες μιας ορισμένης μακρόχρονης διαδικασίας, ενός προτσές πολύπλευρης ανάπτυξης του λαϊκού αγώνα που περιλαμβάνει κι ένοπλες μορφές, που κι αυτές συνεχίζονται και αναπτύσσονται, αλλά τελείως ξεκομμένες. Και παρουσιάζοντας τις έτσι ξεκομμένες που έχουν δήθεν για στόχο το σοσιαλισμό, μπορείς εύκολα να βγάζεις το συμπέρασμα που θέλεις.
Για να γίνει πιο καθαρό το πόσο γελοίος είναι αυτός ο συλλογισμός αρκεί να σκεφτεί κανείς την ίδια συλλογιστική για μια αφίσα, ή μία συνέλευση, ή μια απεργία. Αφού δεν κατορθώνει μια ενέργεια από μόνη της να ανατρέψει τον καπιταλισμό δεν χρειάζεται και να γίνεται.
Εξωκοινοβουλευτικοί και κράτος εμφανίζονται συχνά απ' την ίδια πλευρά να υπερασπίζονται τις εκλογές ή να καταδικάζουν την ατομική τρομοκρατία. Πραγματικά μπερδεύουν και τον πιο καλόπιστο που ξεκινάει να ασχολείται με την πολιτική και θέλει να μάθει το ρόλο της αριστεράς.
Η λεγόμενη “επαναστατική”, εξωκοινοβουλευτική αριστερά, που μόνο από πρόθεση δεν φαίνεται να είναι εξωκοινοβουλευτική, σπεύδει να συμμετάσχει όπου δει εκλογές, με επιχειρηματολογία αστικών κομμάτων.
Με δηλώσεις νομιμοφροσύνης όποτε χρειάζεται να φανεί ότι υπάρχει μια άλλη, φρόνιμη αριστερά, του “μαζικού κινήματος”, που να καταδικάζει ως προβοκατόρικη τη δράση της επαναστατικής αριστεράς. Θυμόμαστε άλλωστε και το 2002 και κάθε φορά που το καθεστώς χρειάστηκε μια φρόνιμη αριστερά.
Η συναλλαγή είναι σαφής. Το καθεστώς τους δίνει ένα μικρό βήμα να κάνουν το κομμάτι τους, έχουν ελεύθεροι τα μαγαζάκια τους, και την ελπίδα ότι κάποτε ίσως πιάσουν καμιά θέση σε κανένα δημοτικό συμβούλιο ή ακόμα και καμιά έδρα στη βουλή. Σε αντάλλαγμα παρέχουν άλλοθι στο σύστημα. Το καθεστώς απολαμβάνει το δικαίωμα να αυτοαποκαλείται δημοκρατία αφού ακούγονται όλες οι απόψεις, που αποτυπώνονται μάλιστα στις εκλογές, οι οποίες για την ρεφορμιστική οπορτουνίστικη αριστερά είναι “μάχες που πρέπει να δωθούν”.
Ώστε να μπορεί μετά ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Πάγκαλος να βγαίνει και να λέει ότι: «Η μόνη πηγή νομιμοποίησης είναι οι εκλογές και όσοι διαμαρτύρονται δεν μπορούν να καθορίσουν τη νομιμότητα».
Με αυτούς θα ασχολείται ο ιστορικός του μέλλοντος...
Δεν αξίζει να ασχοληθεί κανείς μαζί τους παραπάνω από όσο με ένα τέτοιο κείμενο. Τους δίνει και αξία. Όπως δεν αξίζει να ασχολείται κανείς με κάθε προβοκατόρικο σχόλιο που συνθέτει τη λασπολογία των ανύπαρκτων.
Γι' αυτό άλλωστε και η θέση τους πάντα ήταν οι παρακατιανοί φωνακλάδες της αριστεράς που κανείς δεν λαμβάνει υπόψη. Θα τους ξανασυναντήσουμε μετά από χρόνια.
Ίσως τότε είναι στην απέναντι πλευρά.