Η αργκώ είναι μια ιδιαίτερη παραλλαγή της γλώσσας, ένας κώδικας που υποτίθεται πως χρησιμοποιείται για εξίσου ιδιαίτερους λόγους. Μερικοί που μπορώ να σκεφτώ είναι:
- Κρυψίνοια (δικαιολογημένη ή μη): Π.χ. οι ομοφυλόφιλοι είχαν επινοήσει τα λεγόμενα "καλιαρντά" προκειμένου να μην γίνονται κατανοητοί, όπως και πολλές άλλες ομάδες. Σε ένα βαθμό και οι ρεμπέτες είχαν προσαρμώσει τη γλώσσα τους ώστε να μην γίνονται αντιληπτοί από την αστυνομία, κ.ο.κ.
- Χαμηλή ικανότητα στη γλώσσα: (Μεγάλες) ομάδες ανθρώπων που για μεγάλο διάστημα (ακόμα και γεννιές) στερούνται τη γλωσσική εκπαίδευση. Παράδειγμα ο τρόπος με τον οποίο φτάσαμε στην Δημοτική.
- Πνευματική μονομέρεια και αγκυλώσεις: Συνήθως στο πλαίσιο μιας ιδεολογίας που απομακρύνει από μια ευρύτερη οπτική (άρα και την ανάγκη χρήσης λέξεων με ευρύτερο ενδιαφέρον ή νόημα) εμφανίζεται το φαινόμενο της "κασέτας" (μόνιμη επανάληψη των ίδιων εκφράσεων και λέξεων) με έντονο το στοιχείο της "ορολογίας". Οι στρουκτούρες, το προτσές, το "ας πούμε", διάφορες αστείες παραλλαγές της λέξης "αγώνας", και αναρίθημητα άλλα παραδείγματα ξύλινης αργκούς είναι, νομίζω, γνωστά σε όλους μας.
- Συμπλέγματα κατωτερότητας: Άτομα που δεν έχουν άλλον τρόπο να αποδείξουν ή να επιδείξουν διαφορετικότητα επινοούν αργκώ προκειμένου να δημιουργήσουν έναν σύνδεσμο μεταξύ τους (καθώς η ανικανότητα ως συνδετικό στοιχείο συνοχής δεν είναι ιδιαίτερα κολακευτικό) και ένα αποτέλεσμα, ένα "παραγωγικό στοιχείο" (όπως λένε στα μέρη μου "κάτι σου φαίνεται ότι λες/κάνεις", "να'χαμε να λέγαμε", κτλ.).
Τα συγκεκριμένα λήμματα που αναφέρει το παραπάνω site νομίζω υπάγονται στην τελευταία κατηγορία. Όλοι έχουμε ακούσει και χρησιμοποιήσει αυτές τις εκφράσεις, αλλά το να ανάγει κανείς συμπτώματα γλωσσικής παρακμής και διανοητικής τεμπελιάς σε δημιουργικότητα, ιδιαιτερότητα, κτλ. είναι λίγο (αυτο)κοροϊδία.
Ειδικότερα η νεολαία νομίζω θα πρέπει σύντομα να αντιληφθεί πως η οργή της ή η επαναστατικότητά της πλήττεται πολύ περισσότερο με τα σεξιστικά λογοπαίγνια που συνιστούν το φρασεολόγιό της απ' ό,τι θα βοηθούσε η σωστή και ουσιαστική χρήση της γλώσσας. Πόσο μάλλον όταν η ιδιοσυγκρασία που φανερώνεται από αυτήν την αργκώ υποδεικνύει πως το κίνητρο δεν είναι καμία βαθυστόχαστη τάση για ανατροπή αλλά απλή ξενέρωτη και ταυτόχρονα δίχως λόγο σεξιστική μαγκιά. Γι' αυτό και έχουμε φτάσει στο σημείο ένας άνθρωπος που έχει εντάξει δυο λέξεις παραπάνω στο λεξιλόγιό του να θεωρείται "προφέσορας" (με διφορούμενη χροιά), συνηθέστερα δε από φλώρος/σπασίκλας έως εξωγήινος.
Φυσικά δεν μου κάνει καμία εντύπωση πως η γλώσσα έχει πάρει τον ίδιο κατηφορικό δρόμο με την καλλιτεχνική έκφραση, την επιστημονική πρόοδο, τη φιλοσοφική αναζήτηση, την ποιότητα των ανθρώπινων σχέσεων, δηλ. τον δρόμο της γνήσιας παρακμής.
Όσο για τα ρήματα "καταχωρώ/καταχωρίζω" υπάρχει όντως ένα ζήτημα το οποίο έχω ψάξει με τον el_greco και τον Wizard κατά τη διάρκεια της συγγραφής κάποιων κομματιών του Portal. Να κάνω μια πολύ σύντομη υπενθύμιση/διάκριση δυο βασικών ιδιοτήτων ενός ρήματος:
- Διάθεση: Νοηματική ιδιότητα, καθορίζει συνήθως τον τρόπο σύνταξης ενός ρήματος και όχι την ορθογραφία ή τη γραμματική του. Οι διαθέσεις είναι:
- Ενεργητική: Το υποκείμενο ενεργεί, κατά κανόνα η ενέργειά του διοχετεύεται σε ένα αντικείμενο. Π.χ.: σκοτώνω κάποιον, ταΐζω κάποιον/κάτι, επεξεργάζομαι κάτι, κτλ.
- Παθητική: Το υποκείμενο δέχεται μια ενέργεια, παθαίνει κάτι. Π.χ.: τραυματίζομαι, αδικούμαι, κτλ.
- Ουδέτερη: Το υποκείμενο δεν δέχεται ενέργεια ή ενεργεί. Τα ρήματα αυτά δηλώνουν κατάσταση. Π.χ. κοιμάμαι, στέκομαι, τρέχω, υπάρχω, ζω, (διαρ)ρέω, κτλ.
- Μέση: Η ενέργεια του υποκειμένου επιστρέφει στο ίδιο το υποκείμενο. Π.χ. εγώ τενίζομαι, το δέντρο ξεριζώθηκε, το σπίτι γκρεμίστηκε, κτλ.
- Φωνή: Γραμματική ιδιότητα, ξεχωρίζει από την κατάληξη ενός ρήματος, και είναι μια από τις:
- Ενεργητική: Τα ρήματα που λήγουν σε -ω (π.χ. πλένω, κάνω, πέφτω, κτλ.)
- Παθητική: Τα ρήματα που λήγουν σε -ομαι (π.χ. περιεργάζομαι, εκτονώνομαι, απλώνομαι, βομβαρδίζομαι, κτλ.)
Η διάθεση δεν έχει καμία απολύτως σχέση εξάρτησης με τη φωνή, αν και κατά κανόνα π.χ. τα ρήματα ενεργητικής διάθεσης είναι ρήματα ενεργητικής φωνής. Εδώ αξίζει να δει κανείς και ορισμένα συνήθη παραδείγματα εσφαλμένης ανάμιξης/αντίληψης της φωνής ως διάθεση και αντίστροφα:
- Οι δημοσιογράφει συχνά λένε "κάποιος διέρρευσε την τάδε είδηση". Το ρήμα "διαρρέω" είναι ουδέτερης διάθεσης. Δεν μπορείς να διαρρεύσεις (ή να ρεύσεις) κάτι), με την έννοια ότι το θέτεις σε ροή. Μπορείς να τροφοδοτείσεις, να διασπύρεις, να διαχύσεις κάτι.
- Το ρήμα "επεξεργάζομαι" παρό,τι παθητικής φωνής, έχει ενεργητική διάθεση. Π.χ. "επεξεργάζομαι ένα αντικείμενο". Προφανώς ένα ρήμα ενεργητικής διάθεσης που είναι ήδη σε παθητική φωνή δεν μπορεί να γίνει με κάποιον τετριμμένο μετασχηματισμό παθητικό, όπως π.χ. "το αντικείμενο επεξεργάστηκε από μένα". Η λύση είναι είτε περιφραστική απόδοση είτε χρήσης συνώνυμης λέξης (π.χ. "το αντικείμενο υπέστη επεξεργασία από εμένα" ή "το αντικείμενο τροποποιήθηκε από εμένα").
- Και διάφορα άλλα που κατά καιρούς ίσως έχετε παρατηρήσει...
Πίσω στο ζεύγος "καταχωρώ/καταχωρίζω" τώρα. Η κατάληξη
-χωρώ (ενεργητική φωνή) δηλώνει κατά κανόνα ουδέτερη διάθεση. Π.χ. προχωρώ, αναχωρώ, υποχωρώ, κτλ.. Η κατάληξη "-χωρίζω" από την άλλη (επίσης ενεργητική φωνή) εν γένει προσδίδει ενεργητική διάθεση, ειδικότερα χωρισμό. Π.χ. ξεχωρίζω, διαχωρίζω, καταχωρίζω, κτλ..
Σύμφωνα με τα παραπάνω είναι μάλλον αδόκιμο να πεις ότι "καταχωρείς κάτι". Προτιμότερο είναι το "καταχωρίζω κάτι", και η
ενέργεια αυτή λέγεται "καταχώριση τινός". Κάτι "καταχωρίζεται" ή "καταχωρίστηκε", δεν "καταχωρείται" ή "καταχωρήθηκε". Αυτό που δημιουργείται, από την άλλη, είναι πλέον ένα αντικείμενο που φέρει την ενέργεια της καταχώρ
ισης αλλά ταυτόχρονα υποννοεί κατάσταση, οπότε, για την περίπτωση του
ουσιαστικού είναι εξίσου ή περισσότερο δόκιμη η ορθογραφία "καταχώρ
ηση", πλέον όχι ως ενέργεια αλλά ως η ουδέτερη κατάσταση που προέκυψε από αυτήν.
Συγγνώμη για την υπερβολική έκταση του κειμένου, αλλά καλό είναι να θυμόμαστε κάποια στοιχεία γραμματικής και εν γένει γλώσσας που διδαχθήκαμε μεν στο δημοτικό αλλά έχουμε με ευκολία αντικαταστήσει με την ευκολία κακόγουστης αργκώ
