Μελαγχολώντας με τραγούδια...
- O kanenas
- Δημοσιεύσεις: 3244
- Εγγραφή: Κυρ Νοέμ 05, 2006 3:26 pm
- Real Name: Αφροξυλάνθη
- Facebook ID: 0
- Τοποθεσία: Within search engines that search engines that search
- Επικοινωνία:
Madrugada - Hold on to you
Take the forward path
Have a big slice of the city
Get the upper hand
While you're still pretty
But you know what we're like
No, they will never respect you
The way you want them to respect you
I think it's very well understood
But I'm
I'm gonna hold on to you
I'm gonna hold on to you
You
Your cracked up shell
A dead opera house
You give yourself to them now
In a game of cat and mouse
From the storyboard
To the bedroom scene
Through eleven World Wars
Other people you have been
Well I'm
Gonna hold on to you
I'm gonna hold on to you
You
Oh I'm
Gonna hold on to you
I'm gonna hold on to you
You
I can come to terms
With slowly going mad
Things we used to fear in the dark
And what ever lies beyond that
But I've come to resemble
My own shadow
As it falls into the sidewalk
I'm no longer anyone I know
No-one here reminds me of you
Yet I see no-one else
On the crowded sidewalk
Well I'm
I'm gonna hold on to you
I'm gonna hold on to you
You
Oh I'm
I'm gonna hold on to you
I'm gonna hold on to you
Hold on to you
Hold on to you
I'm gonna hold on to you
Αφιερωμένο στον άνθρωπο με τον οποίο πέρασα 3 από τα 18 χρόνια της ζωής μου μαζί του και τον οποίο σε 365 μέρες θα χάσω για πάντα.
Take the forward path
Have a big slice of the city
Get the upper hand
While you're still pretty
But you know what we're like
No, they will never respect you
The way you want them to respect you
I think it's very well understood
But I'm
I'm gonna hold on to you
I'm gonna hold on to you
You
Your cracked up shell
A dead opera house
You give yourself to them now
In a game of cat and mouse
From the storyboard
To the bedroom scene
Through eleven World Wars
Other people you have been
Well I'm
Gonna hold on to you
I'm gonna hold on to you
You
Oh I'm
Gonna hold on to you
I'm gonna hold on to you
You
I can come to terms
With slowly going mad
Things we used to fear in the dark
And what ever lies beyond that
But I've come to resemble
My own shadow
As it falls into the sidewalk
I'm no longer anyone I know
No-one here reminds me of you
Yet I see no-one else
On the crowded sidewalk
Well I'm
I'm gonna hold on to you
I'm gonna hold on to you
You
Oh I'm
I'm gonna hold on to you
I'm gonna hold on to you
Hold on to you
Hold on to you
I'm gonna hold on to you
Αφιερωμένο στον άνθρωπο με τον οποίο πέρασα 3 από τα 18 χρόνια της ζωής μου μαζί του και τον οποίο σε 365 μέρες θα χάσω για πάντα.
R.I.P.
Life is so vain, but death equals pain
So let's make one more attempt and live with nothing to gain
So let's make one more attempt and live with nothing to gain
- O kanenas
- Δημοσιεύσεις: 3244
- Εγγραφή: Κυρ Νοέμ 05, 2006 3:26 pm
- Real Name: Αφροξυλάνθη
- Facebook ID: 0
- Τοποθεσία: Within search engines that search engines that search
- Επικοινωνία:
Radiohead - I might be wrong
I might be wrong
I might be wrong
I could have sworn
I saw a light coming on
I used to think
I used to think
There is no future left at all
I used to think
Open up, begin again
Let's go down the waterfall
Think about the good times
And never look back
Never look back
What would I do?
What would I do?
If I did not have you?
Open up, let me in
Let's go down the waterfall
Have ourselves a good time
It's nothing at all
Nothing at all
Nothing at al
I might be wrong
I might be wrong
I could have sworn
I saw a light coming on
I used to think
I used to think
There is no future left at all
I used to think
Open up, begin again
Let's go down the waterfall
Think about the good times
And never look back
Never look back
What would I do?
What would I do?
If I did not have you?
Open up, let me in
Let's go down the waterfall
Have ourselves a good time
It's nothing at all
Nothing at all
Nothing at al
R.I.P.
Life is so vain, but death equals pain
So let's make one more attempt and live with nothing to gain
So let's make one more attempt and live with nothing to gain
-
O_Xamenos
- Δημοσιεύσεις: 1269
- Εγγραφή: Παρ Νοέμ 03, 2006 5:36 pm
- Real Name: Σαληγκαρι με Ητα που θυμιζει Ηττα
- Gender: Male
- Facebook ID: 682417817
- Τοποθεσία: Πλανητης Γη
- Επικοινωνία:
Περνούν οι μέρες γρήγορα, μα μερικές φρενάρουν
Με παίρνουν στην καρότσα τους κι όμορφα με βολτάρουν
Γελούν με τα φτιασίδια μου, χαϊδεύουν τις πληγές μου
Μεθάνε και μου δίνονται και γίνονται δικές μου
Φεύγουνε κοκκινίζοντας και μ’ αποχαιρετάνε
Και μένω πάλι μόνος μου να σε ξαναθυμάμαι
Κρίμα να μην είσαι εδώ
Τέτοιες μέρες αν με βρουν
Κρίμα να μην είσαι εδώ
Να γελάς και να σ’ ακούν
Μα αυτό που με ξεκάνει
και μου σταματάει το νου
Είναι που δεν είσαι
Που δεν είσαι καν αλλού
Κρίμα να μην είσαι εδώ
Αγγελάκας Γιάννης
στην Ο κανενας να το στειλει στο ατομο που "θα χασει σε 365 μερες"
Με παίρνουν στην καρότσα τους κι όμορφα με βολτάρουν
Γελούν με τα φτιασίδια μου, χαϊδεύουν τις πληγές μου
Μεθάνε και μου δίνονται και γίνονται δικές μου
Φεύγουνε κοκκινίζοντας και μ’ αποχαιρετάνε
Και μένω πάλι μόνος μου να σε ξαναθυμάμαι
Κρίμα να μην είσαι εδώ
Τέτοιες μέρες αν με βρουν
Κρίμα να μην είσαι εδώ
Να γελάς και να σ’ ακούν
Μα αυτό που με ξεκάνει
και μου σταματάει το νου
Είναι που δεν είσαι
Που δεν είσαι καν αλλού
Κρίμα να μην είσαι εδώ
Αγγελάκας Γιάννης
στην Ο κανενας να το στειλει στο ατομο που "θα χασει σε 365 μερες"

Γαμώ... τα κράτη, γενικώς...
Θέλω να μην φθονουν την ευτυχία μου΄ μη σώσω και γίνω πορθητής΄ μη σώσω κουρσεμένη τη ζωή μου ν' αντικρίσω...
Θα παω στην κολαση γιατι τη νυχτα εκεινη μια γυναικα με περιμενε στο στρωμα της και εγω δεν πηγα
Ώρα για λίγη φαντασία... ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΕ ΤΗΝ ΣΥΜΜΕΤΡΙΑ... Έχουμε φτερά!
ο χαμένος τα παίρνει όλα
Θέλω να μην φθονουν την ευτυχία μου΄ μη σώσω και γίνω πορθητής΄ μη σώσω κουρσεμένη τη ζωή μου ν' αντικρίσω...
Θα παω στην κολαση γιατι τη νυχτα εκεινη μια γυναικα με περιμενε στο στρωμα της και εγω δεν πηγα
Ώρα για λίγη φαντασία... ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΕ ΤΗΝ ΣΥΜΜΕΤΡΙΑ... Έχουμε φτερά!
ο χαμένος τα παίρνει όλα
-
O_Xamenos
- Δημοσιεύσεις: 1269
- Εγγραφή: Παρ Νοέμ 03, 2006 5:36 pm
- Real Name: Σαληγκαρι με Ητα που θυμιζει Ηττα
- Gender: Male
- Facebook ID: 682417817
- Τοποθεσία: Πλανητης Γη
- Επικοινωνία:
Θα 'ρθει ο καιρός που θα σπάσω την πόρτα, και η καρδιά μου στο φώς θα χιμήξει
θα φύγω μακριά, θα πετάξω ψηλά, θα πετάω σ' ασύλληπτα ύψη, και τότε πια δεν μπορεί
Αυτή η χλωμή, αυτή η φτηνή η τιποτένια μου θλίψη, θα μείνει ορφανή, θα γυρνάει σαν τρελή
θα ζητάει να με βρει και δε θα με βρίσκει, Κι ούτε πρόκειται ελπίζω ποτέ να μου λείψει
δεν πρόκειται ελπίζω ποτέ να μου λείψει
Θα 'ρθει ο καιρός που θα σπάσω την πόρτα
Βελιώτης Νίκος/Αγγελάκας Γιάννη
θα φύγω μακριά, θα πετάξω ψηλά, θα πετάω σ' ασύλληπτα ύψη, και τότε πια δεν μπορεί
Αυτή η χλωμή, αυτή η φτηνή η τιποτένια μου θλίψη, θα μείνει ορφανή, θα γυρνάει σαν τρελή
θα ζητάει να με βρει και δε θα με βρίσκει, Κι ούτε πρόκειται ελπίζω ποτέ να μου λείψει
δεν πρόκειται ελπίζω ποτέ να μου λείψει
Θα 'ρθει ο καιρός που θα σπάσω την πόρτα
Βελιώτης Νίκος/Αγγελάκας Γιάννη

Γαμώ... τα κράτη, γενικώς...
Θέλω να μην φθονουν την ευτυχία μου΄ μη σώσω και γίνω πορθητής΄ μη σώσω κουρσεμένη τη ζωή μου ν' αντικρίσω...
Θα παω στην κολαση γιατι τη νυχτα εκεινη μια γυναικα με περιμενε στο στρωμα της και εγω δεν πηγα
Ώρα για λίγη φαντασία... ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΕ ΤΗΝ ΣΥΜΜΕΤΡΙΑ... Έχουμε φτερά!
ο χαμένος τα παίρνει όλα
Θέλω να μην φθονουν την ευτυχία μου΄ μη σώσω και γίνω πορθητής΄ μη σώσω κουρσεμένη τη ζωή μου ν' αντικρίσω...
Θα παω στην κολαση γιατι τη νυχτα εκεινη μια γυναικα με περιμενε στο στρωμα της και εγω δεν πηγα
Ώρα για λίγη φαντασία... ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΕ ΤΗΝ ΣΥΜΜΕΤΡΙΑ... Έχουμε φτερά!
ο χαμένος τα παίρνει όλα
- O kanenas
- Δημοσιεύσεις: 3244
- Εγγραφή: Κυρ Νοέμ 05, 2006 3:26 pm
- Real Name: Αφροξυλάνθη
- Facebook ID: 0
- Τοποθεσία: Within search engines that search engines that search
- Επικοινωνία:
Simon & Garfunkel - The sound of silence
Hello darkness, my old friend,
I've come to talk with you again,
Because a vision softly creeping,
Left its seeds while I was sleeping,
And the vision that was planted in my brain
Still remains
Within the sound of silence.
In restless dreams I walked alone
Narrow streets of cobblestone,
'Neath the halo of a street lamp,
I turned my collar to the cold and damp
When my eyes were stabbed by the flash of a neon light
That split the night
And touched the sound of silence.
And in the naked light I saw
Ten thousand people, maybe more.
People talking without speaking,
People hearing without listening,
People writing songs that voices never share
And no one dare
Disturb the sound of silence.
"Fools" said I, "You do not know
Silence like a cancer grows.
Hear my words that I might teach you,
Take my arms that I might reach you."
But my words like silent raindrops fell,
And echoed
In the wells of silence
And the people bowed and prayed
To the neon god they made.
And the sign flashed out its warning,
In the words that it was forming.
And the sign said, "The words of the prophets
are written on the subway walls
And tenement halls."
And whisper'd in the sounds of silence.
Hello darkness, my old friend,
I've come to talk with you again,
Because a vision softly creeping,
Left its seeds while I was sleeping,
And the vision that was planted in my brain
Still remains
Within the sound of silence.
In restless dreams I walked alone
Narrow streets of cobblestone,
'Neath the halo of a street lamp,
I turned my collar to the cold and damp
When my eyes were stabbed by the flash of a neon light
That split the night
And touched the sound of silence.
And in the naked light I saw
Ten thousand people, maybe more.
People talking without speaking,
People hearing without listening,
People writing songs that voices never share
And no one dare
Disturb the sound of silence.
"Fools" said I, "You do not know
Silence like a cancer grows.
Hear my words that I might teach you,
Take my arms that I might reach you."
But my words like silent raindrops fell,
And echoed
In the wells of silence
And the people bowed and prayed
To the neon god they made.
And the sign flashed out its warning,
In the words that it was forming.
And the sign said, "The words of the prophets
are written on the subway walls
And tenement halls."
And whisper'd in the sounds of silence.
R.I.P.
Life is so vain, but death equals pain
So let's make one more attempt and live with nothing to gain
So let's make one more attempt and live with nothing to gain
-
O_Xamenos
- Δημοσιεύσεις: 1269
- Εγγραφή: Παρ Νοέμ 03, 2006 5:36 pm
- Real Name: Σαληγκαρι με Ητα που θυμιζει Ηττα
- Gender: Male
- Facebook ID: 682417817
- Τοποθεσία: Πλανητης Γη
- Επικοινωνία:
Τα λόγια μου είναι μια γλυκιά προσευχή
κουρνιάζουν έξω από το κλεισμένο σου παράθυρο
και αν τ' άφηνες θ' ανοίγαν μια ρωγμή
απ' το μικρό κελί σου ως το άπειρο
Μα εσύ σωπαίνεις και θρηνείς σαν τον κατάδικο
Πάνω απ' τη στάχτη που σκεπάζει τον παράδεισο-πάνω απ' τη στάχτη
Βάλε φωτιά σε ό,τι σε καίει, σε ό,τι σου τρώει την ψυχή
Έξω οι δρόμοι αναπνέουν διψασμένοι, ανοιχτοί
Είναι η αγάπη ένα ταξίδι από γιορτή σε γιορτή
Ζήσε μαζί μου στον αέρα, στη φωτιά στη βροχή
Μας περιμένουν άδειες μέρες ραγισμένοι ουρανοί
Είναι η αγάπη ένα ταξίδι από πληγή σε πληγή
Τα λόγια μου είναι μια ανέλπιδη ευχή
Σβησμένα φώτα μέσα στο άχαρο δωμάτιο
Και αν τ' άφηνες θα καίγαν τη σιωπή
Και θα διαλύαν το κρυμμένο σου παράπονο
Μα εσύ σωπαίνεις και θρηνείς σαν τον κατάδικο
Πάνω απ' τη στάχτη που σκεπάζει τον παράδεισο-πάνω απ' τη στάχτη
Γιορτή
Τρύπες
υγ. το βιντεοκλιπ ειναι απο τα καλυτερα που εχω δει
κουρνιάζουν έξω από το κλεισμένο σου παράθυρο
και αν τ' άφηνες θ' ανοίγαν μια ρωγμή
απ' το μικρό κελί σου ως το άπειρο
Μα εσύ σωπαίνεις και θρηνείς σαν τον κατάδικο
Πάνω απ' τη στάχτη που σκεπάζει τον παράδεισο-πάνω απ' τη στάχτη
Βάλε φωτιά σε ό,τι σε καίει, σε ό,τι σου τρώει την ψυχή
Έξω οι δρόμοι αναπνέουν διψασμένοι, ανοιχτοί
Είναι η αγάπη ένα ταξίδι από γιορτή σε γιορτή
Ζήσε μαζί μου στον αέρα, στη φωτιά στη βροχή
Μας περιμένουν άδειες μέρες ραγισμένοι ουρανοί
Είναι η αγάπη ένα ταξίδι από πληγή σε πληγή
Τα λόγια μου είναι μια ανέλπιδη ευχή
Σβησμένα φώτα μέσα στο άχαρο δωμάτιο
Και αν τ' άφηνες θα καίγαν τη σιωπή
Και θα διαλύαν το κρυμμένο σου παράπονο
Μα εσύ σωπαίνεις και θρηνείς σαν τον κατάδικο
Πάνω απ' τη στάχτη που σκεπάζει τον παράδεισο-πάνω απ' τη στάχτη
Γιορτή
Τρύπες
υγ. το βιντεοκλιπ ειναι απο τα καλυτερα που εχω δει

Γαμώ... τα κράτη, γενικώς...
Θέλω να μην φθονουν την ευτυχία μου΄ μη σώσω και γίνω πορθητής΄ μη σώσω κουρσεμένη τη ζωή μου ν' αντικρίσω...
Θα παω στην κολαση γιατι τη νυχτα εκεινη μια γυναικα με περιμενε στο στρωμα της και εγω δεν πηγα
Ώρα για λίγη φαντασία... ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΕ ΤΗΝ ΣΥΜΜΕΤΡΙΑ... Έχουμε φτερά!
ο χαμένος τα παίρνει όλα
Θέλω να μην φθονουν την ευτυχία μου΄ μη σώσω και γίνω πορθητής΄ μη σώσω κουρσεμένη τη ζωή μου ν' αντικρίσω...
Θα παω στην κολαση γιατι τη νυχτα εκεινη μια γυναικα με περιμενε στο στρωμα της και εγω δεν πηγα
Ώρα για λίγη φαντασία... ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΕ ΤΗΝ ΣΥΜΜΕΤΡΙΑ... Έχουμε φτερά!
ο χαμένος τα παίρνει όλα
- Wizard
- Forum Administrator

- Δημοσιεύσεις: 2624
- Εγγραφή: Τετ Νοέμ 01, 2006 8:40 am
- Real Name: Μάνος Ικάριος
- Gender: Male
- Facebook ID: Manos.Ikarios
- Τοποθεσία: Παντού!
Για του λόγου το αληθές...O_Xamenos έγραψε:υγ. το βιντεοκλιπ ειναι απο τα καλυτερα που εχω δει
Γιορτή - video
Windows is unprotected sex. Linux is using a condom, the pill, a vasectomy, and the Berlin wall...
- Wizard
- Forum Administrator

- Δημοσιεύσεις: 2624
- Εγγραφή: Τετ Νοέμ 01, 2006 8:40 am
- Real Name: Μάνος Ικάριος
- Gender: Male
- Facebook ID: Manos.Ikarios
- Τοποθεσία: Παντού!
Wooden horse - Περιπλάνηση
Μουσική: Α. Καρόζας
Αγγλικοί στίχοι: J. R. Dennis
Ελληνικοί στίχοι: Α. Ολοκτσίδης
Τραγουδιστές: Joan Faulkner, Γιώργος Νταλάρας
One day I ‘ll dare to touch the stars
And tear this fragile world apart
Proud of the pain I ‘ll show my scars
And bleed this tender wounded heart
I ‘ll speak my mind and say my piece
And promise God my soul to keep
You ‘d have me laugh but darling I must weep
through bitter tears to find the sweet
You were my pain you were my joy
And still you haunt my sleepless dreams
Just like the gentle wooden horse of Troy
Loving is never what it seems
Στα μονοπάτια της ζωής γυρίζω και ρωτάω
μες στην καρδιά σου χώρεσα στον κόσμο δε χωράω
βρέχει στης πόλης τα στενά και κάνει κρύο αντάμα
πόσο πολύ πολύ κι αν έκλαψα δε χόρτασα το κλάμα
Βουβά σηκώνω το σταυρό γελώ και προσπερνάω
αν τύχει μπαίνω στο χορό αν τύχει τραγουδάω
βουβά σηκώνω το σταυρό γελώ και προσπερνάω
αν τύχει μπαίνω στο χορό αν τύχει τραγουδάω
You were my pain you were my joy
And still you haunt my sleepless dreams
Just like the gentle wooden horse of Troy
Loving is never what it seems
You were my pain you were my joy
And still you haunt my sleepless dreams
Just like the gentle wooden horse of Troy
Loving is never what it seems
Αγγλικοί στίχοι: J. R. Dennis
Ελληνικοί στίχοι: Α. Ολοκτσίδης
Τραγουδιστές: Joan Faulkner, Γιώργος Νταλάρας
One day I ‘ll dare to touch the stars
And tear this fragile world apart
Proud of the pain I ‘ll show my scars
And bleed this tender wounded heart
I ‘ll speak my mind and say my piece
And promise God my soul to keep
You ‘d have me laugh but darling I must weep
through bitter tears to find the sweet
You were my pain you were my joy
And still you haunt my sleepless dreams
Just like the gentle wooden horse of Troy
Loving is never what it seems
Στα μονοπάτια της ζωής γυρίζω και ρωτάω
μες στην καρδιά σου χώρεσα στον κόσμο δε χωράω
βρέχει στης πόλης τα στενά και κάνει κρύο αντάμα
πόσο πολύ πολύ κι αν έκλαψα δε χόρτασα το κλάμα
Βουβά σηκώνω το σταυρό γελώ και προσπερνάω
αν τύχει μπαίνω στο χορό αν τύχει τραγουδάω
βουβά σηκώνω το σταυρό γελώ και προσπερνάω
αν τύχει μπαίνω στο χορό αν τύχει τραγουδάω
You were my pain you were my joy
And still you haunt my sleepless dreams
Just like the gentle wooden horse of Troy
Loving is never what it seems
You were my pain you were my joy
And still you haunt my sleepless dreams
Just like the gentle wooden horse of Troy
Loving is never what it seems
Windows is unprotected sex. Linux is using a condom, the pill, a vasectomy, and the Berlin wall...
- O kanenas
- Δημοσιεύσεις: 3244
- Εγγραφή: Κυρ Νοέμ 05, 2006 3:26 pm
- Real Name: Αφροξυλάνθη
- Facebook ID: 0
- Τοποθεσία: Within search engines that search engines that search
- Επικοινωνία:
Muse - Time is running out
I think I'm drowning
Asphyxiated
I wanna break this spell
That you've created
You're something beautiful
A contradiction
I wanna play the game
I want the friction
You will be the death of me
You will be the death of me
Bury it
I won't let you bury it
I won't let you smother it
I won't let you murder it
Our time is running out
Our time is running out
You can't push it underground
You can't stop it screaming out
I wanted freedom
Bound and restricted
I tried to give you up
But I'm addicted
Now that you know I'm trapped
Sense of elation
You'd never dream of
Breaking this fixation
You will squeeze the life out of me
Bury it
I won't let you bury it
I won't let you smother it
I won't let you murder it
Our time is running out
Our time is running out
You can't push it underground
You can't stop it screaming out
How did it come to this?
ooooohh
You will suck the life out of me
Bury it
I won't let you bury it
I won't let you smother it
I won't let you murder it
Our time is running out
Our time is running out
You can't push it underground
You can't stop it screaming out
How did it come to this?
ooooohh

I think I'm drowning
Asphyxiated
I wanna break this spell
That you've created
You're something beautiful
A contradiction
I wanna play the game
I want the friction
You will be the death of me
You will be the death of me
Bury it
I won't let you bury it
I won't let you smother it
I won't let you murder it
Our time is running out
Our time is running out
You can't push it underground
You can't stop it screaming out
I wanted freedom
Bound and restricted
I tried to give you up
But I'm addicted
Now that you know I'm trapped
Sense of elation
You'd never dream of
Breaking this fixation
You will squeeze the life out of me
Bury it
I won't let you bury it
I won't let you smother it
I won't let you murder it
Our time is running out
Our time is running out
You can't push it underground
You can't stop it screaming out
How did it come to this?
ooooohh
You will suck the life out of me
Bury it
I won't let you bury it
I won't let you smother it
I won't let you murder it
Our time is running out
Our time is running out
You can't push it underground
You can't stop it screaming out
How did it come to this?
ooooohh
R.I.P.
Life is so vain, but death equals pain
So let's make one more attempt and live with nothing to gain
So let's make one more attempt and live with nothing to gain
- Mulholland Vader
- Δημοσιεύσεις: 95
- Εγγραφή: Τρί Ιαν 23, 2007 3:13 pm
- Real Name: Γιαννης
- Gender: Male
- Τοποθεσία: Αθηνα
Δακρυσα ρε πουστη τι $#%$κιες κανεις ποστ?O kanenas έγραψε:Radiohead - I might be wrong
I might be wrong
I might be wrong
I could have sworn
I saw a light coming on
I used to think
I used to think
There is no future left at all
I used to think
Open up, begin again
Let's go down the waterfall
Think about the good times
And never look back
Never look back
What would I do?
What would I do?
If I did not have you?
Open up, let me in
Let's go down the waterfall
Have ourselves a good time
It's nothing at all
Nothing at all
Nothing at al
Ρε παιδια, εσεις οι υπευθυνοι για το "εξοδος" subforum, χαιρω πολυ, μπαρακια, κλαμπακια, θεατρα και ταβερνες ξερω κι εγω, καμια Χημικο Μηχανικο ξαδερφη δεν εχετε να γνωρισουμε?
- HeartDoc
- Δημοσιεύσεις: 955
- Εγγραφή: Σάβ Νοέμ 04, 2006 4:10 am
- Real Name: Νίκος Καραστάθης
- Gender: Male
- Τοποθεσία: Geneva, CH
Off Topic
Μπουχουχουοχυυυυυ.... κανείς δε διαβάζει τα τραγουδάκια μουυυυυ...
(κυριολεκτικά και μεταφορικά το "μου"
)
(κυριολεκτικά και μεταφορικά το "μου"
Όπου και να 'σαι - Razastarr
(από τη συλλογή Χαρμολύπη των Αντίξοων Παραγωγών - 2001)
Πίνω στις ωραίες στιγμές που ζήσαμε μαζί
μ' όλη μου την αγάπη σου έυχομαι ώρα σου καλή
μοναδική θα 'ναι η κάθε σου στιγμή σ' αυτή τη γη
κι αν κάτι πάει στραβά να ξέρεις απλά πως τυχαία θα 'ρθει
και θα φύγει
Μια μέρα σε γνώρισα, τον κόσμο μου άλλαξες
τελικά άλλο δρόμο διάλεξα ή άλλο δρόμο διάλεξες
η αγάπη σβήνει, ανάβει μια γοητευτική σιωπή
μια σπίθα που βγάζει ένα βλέμμα η αρχή
τα λάθη που σβήνουν δυο πόρτες ανοίγουν
μια θλίψη γλυκιά αφήνουν
είσαι πάντα στην καρδιά μου, αυτό το ξέρεις
Αυτά που θα μείνουν, οι σκέψεις με πίνουν σε πνίγουν
μα οι καλές στιγμές καρπούς από λουλούδια αφήνουν
ο σεβασμός που σου 'χω είναι ένας λόγος σοβαρός
να σου μιλήσω μέσα από κάτι που αγαπώ πολύ
ανάσες αλλάζουν, γλυκό σιρόπι οι καρδιές στάζουν
όνειρα τάζουν, πάντα μισό εγώ, μισό εσύ...
Ώρα σου καλή...
όπου και να 'σαι
Ώρα σου καλή...
όπου και να 'σαι
Είναι φορές που βάζω στην άκρη εγωισμούς και απωθημένα
ή πολλά δωσμένα σε κομμάτια από το χρόνο αφημένα
κλέβω στιγμές από του κόσμου τα παράλογα
αφήνω το μυαλό μου ανάλογα, φεύγω με σένα άνετα
στο μυαλό κι όνειρα μεθυσμένα γυρίζουν μόνο από σένα
θυμάμαι ήταν όλα μοιρασμένα
Ώρα σου καλή όπου και να 'σαι
ίσως και να με θυμάσαι
που να 'σαι τώρα άσε όλα αυτά
άσε και τα υπόλοιπα
όλα είναι μίζερα, κράτα τα καλύτερα,
σεβάστηκα ίσως και πλήγωσα
μα είχες την ίδια θέση όπως και η μουσική
δεν έχεις καταλάβει τι σημαίνει αυτό μαζί
δεν έδεσε, δεν πειράζει. Κανείς δεν έχασε, δεν αλλάζει
η χειρότερη πλευρά μου πουθενά δεν βγάζει
η παρουσία σου γλυκαίνει τη ζωή και την αλλάζει
ποια μοίρα είναι αυτή που τα όμορφα καταδικάζει;
Ώρα σου καλή...
όπου και να 'σαι
Ώρα σου καλή...
όπου και να 'σαι...
(Έχω το κακό να τονίζω κάποια σημεία στα κομμάτια... δεν ξέρω γιατί..
The day Microsoft makes something that doesn't suck is the day they start making vacuum cleaners.
- skywalker
- Δημοσιεύσεις: 1432
- Εγγραφή: Παρ Νοέμ 03, 2006 12:03 pm
- Real Name: skywalker
- Facebook ID: 0
- Τοποθεσία: καμμενη γη
- Επικοινωνία:
opoios thelei na melagxolisei me tragoudia as balei tora love apo edo www.live24.gr/
Mou exei g@mithei i psixologia
ekana latos oxi kiss love radio einai
Mou exei g@mithei i psixologia
ekana latos oxi kiss love radio einai
Θελω να φυγουν τα κομματα Εδω και Τωρα απο το ΕΜΠ...


- HeartDoc
- Δημοσιεύσεις: 955
- Εγγραφή: Σάβ Νοέμ 04, 2006 4:10 am
- Real Name: Νίκος Καραστάθης
- Gender: Male
- Τοποθεσία: Geneva, CH
Έτυχε πριν από λίγο να δω πάλι μετά από αρκετά χρόνια ένα video-clip.
Το έχω δει μόνο άλλη μια φορά, το 2003 (το album είχε βγει έναν χρόνο πριν), όταν είχε πρωτοβγει και ήταν περίεργο που παρότι ασχολιόμουν με το είδος ήδη 5-6 χρόνια ήταν από τα λίγα κομμάτια που μου κόλλαγαν τέλεια σε όλο το story μου.
Τελικά, 4 χρόνια μετά δεν άλλαξαν και πολλά...
Ουφ... Τι μπλέκετε κι εσείς με τρελούς;
"20 χρόνια...
μια ζωή...
20 χρόνια...
μια ζωή...
20 χρόνια μια ανασκόπηση που γράφω για να νιώσω
όσα δεν άγγιξα μικρός κι έτσι λίγο πριν τελειώσω
τις πληγές μου θα επουλώσω αν τα λάθη μου σκοτώσω
μ' αντάλλαγμα 2 στίχους μια ζωή θα ξεπληρώσω
πόσο, αλήθεια δε με νοιάζει, το σενάριο πάντα αλλάζει
Μυαλό που δε σκουριάζει στη βροχή και στο χαλάζι
βλέπεις δε μ' επηρεάζει, το πως κυλάει ο χρόνος
τις στιγμές που θα 'μαι μόνος θα 'ναι απέναντι μου ο φθόνος
ένας πόνος δολοφόνος που δεν κράταγε πιστόλι
να πνίγουν τα όνειρα τους στον καπνό στην αλκοόλη
ένα πέπλο μοναξιάς σκεπάζει αυτή την πόλη
έτσι μέσα σε μια νύχτα εναλλάσονται οι ρόλοι
Όλοι νιώθουμε το ίδιο όμως άλλοι χαρακτήρες
αχ θέε μου δεν εκτίμησες το μάθημα που πήρες
παρέα μου δυο φίλοι, το χαρτί κι ένα μολύβι
αφήνει το συναίσθημα και τίποτα δεν κρύβει...
20 χρόνια,
20 χρόνια μια ζωή που δεν πρόλαβα να ζήσω
ίσως έτσι
ίσως έτσι βρω τον τρόπο να τ' αφήσω όλα πίσω
Τώρα αναπολώ αυτές τις μέρες που 'ταν όνειρα γεμάτες
κατάλαβα όμως κάποτε πως τρέφω αυταπάτες
με χείμερες εφήμερες που γίναν πιο ανήμερες
πώς ήσουν τόσο σίγουρος γι' αυτά που δεν περίμενες
ερώτηση που έκανα συχνά στον εαυτό μου
το μέλλον που σχεδίαζα δεν ήτανε δικό μου
μια μίξη από πιέσεις, αμφιέσεις κι υποσχέσεις
κανόνας απαράβατος δεν δέχεται εξαιρέσεις
Κάποιοι ζούνε με ανέσεις και αμέτρητα λεφτά
κι εγώ κλεισμένος σε 60 τετραγωνικά
κανονικά δεν θα 'πρεπε ούτε καν να το σκεφτόμουν
μ' άρεσε τα βράδια που στις σκέψεις μου χανόμουν
κι έπλαθα ιστορίες που κρατούσα μες το νου μου
μ' έντονα στοιχεία από το χρώμα του ουρανού μου.
Τα λόγια του παππού μου παντού με συνοδεύουν
"Λίγοι μ' αγαπάνε κι άλλοι τη χαρά μου κλέβουν"...
20 χρόνια,
20 χρόνια μια ζωή που δεν πρόλαβα να ζήσω
ίσως έτσι
ίσως έτσι βρω τον τρόπο να τ' αφήσω όλα πίσω
Θυμάμαι τον πατέρα μου στου πόνου το κρεβάτι
να χάνει τις αισθήσεις του, δεν ήταν αυταπάτη
δεν έφταιξε σε κάτι, δεν διάλεξε άλλο δρόμο
ταξίδεψε για δυο λεπτά εκεί στον άλλο κόσμο
και λέω ευτυχώς που στην τελευταία πτήση
δεν έκλεισε εισητήριο και κατάφερε να ζήσει
γιατί αν μ' είχε αφήσει όλα θα 'ταν ένα τίποτα
σαν λόγια ανεκτίμητα που μένουν πάντα ανείπωτα
κι αν βρέθηκα πολύ κοντά σ' αυτό που λένε θλίψη
ο λόγος κι ο εαυτός μου δεν φοβήθηκε να κρύψει
ένα τόσο απλό συναίσθημα, κομμάτι να το κάνει
αν θέλεις να ξεχάσεις το κρασί μόνο δεν φτάνει
θερίζει σαν δρεπάνι τη στιγμή που κάποιος χάνει
τα πρόσωπα που αγάπησε και λόγια πίσω άφησε
απότομα σταμάτησε ο ένας απ' τους δείκτες
προσωπική ανάκριση καθώς περνάνε οι νύχτες...
20 χρόνια,
20 χρόνια μια ζωή που δεν πρόλαβα να ζήσω
ίσως έτσι
ίσως έτσι βρω τον τρόπο να τ' αφήσω όλα πίσω"
~ "20 χρόνια" - Γ.Σπιθουράκης & Στ. Κουτσουκέρας
Το έχω δει μόνο άλλη μια φορά, το 2003 (το album είχε βγει έναν χρόνο πριν), όταν είχε πρωτοβγει και ήταν περίεργο που παρότι ασχολιόμουν με το είδος ήδη 5-6 χρόνια ήταν από τα λίγα κομμάτια που μου κόλλαγαν τέλεια σε όλο το story μου.
Τελικά, 4 χρόνια μετά δεν άλλαξαν και πολλά...
Ουφ... Τι μπλέκετε κι εσείς με τρελούς;
"20 χρόνια...
μια ζωή...
20 χρόνια...
μια ζωή...
20 χρόνια μια ανασκόπηση που γράφω για να νιώσω
όσα δεν άγγιξα μικρός κι έτσι λίγο πριν τελειώσω
τις πληγές μου θα επουλώσω αν τα λάθη μου σκοτώσω
μ' αντάλλαγμα 2 στίχους μια ζωή θα ξεπληρώσω
πόσο, αλήθεια δε με νοιάζει, το σενάριο πάντα αλλάζει
Μυαλό που δε σκουριάζει στη βροχή και στο χαλάζι
βλέπεις δε μ' επηρεάζει, το πως κυλάει ο χρόνος
τις στιγμές που θα 'μαι μόνος θα 'ναι απέναντι μου ο φθόνος
ένας πόνος δολοφόνος που δεν κράταγε πιστόλι
να πνίγουν τα όνειρα τους στον καπνό στην αλκοόλη
ένα πέπλο μοναξιάς σκεπάζει αυτή την πόλη
έτσι μέσα σε μια νύχτα εναλλάσονται οι ρόλοι
Όλοι νιώθουμε το ίδιο όμως άλλοι χαρακτήρες
αχ θέε μου δεν εκτίμησες το μάθημα που πήρες
παρέα μου δυο φίλοι, το χαρτί κι ένα μολύβι
αφήνει το συναίσθημα και τίποτα δεν κρύβει...
20 χρόνια,
20 χρόνια μια ζωή που δεν πρόλαβα να ζήσω
ίσως έτσι
ίσως έτσι βρω τον τρόπο να τ' αφήσω όλα πίσω
Τώρα αναπολώ αυτές τις μέρες που 'ταν όνειρα γεμάτες
κατάλαβα όμως κάποτε πως τρέφω αυταπάτες
με χείμερες εφήμερες που γίναν πιο ανήμερες
πώς ήσουν τόσο σίγουρος γι' αυτά που δεν περίμενες
ερώτηση που έκανα συχνά στον εαυτό μου
το μέλλον που σχεδίαζα δεν ήτανε δικό μου
μια μίξη από πιέσεις, αμφιέσεις κι υποσχέσεις
κανόνας απαράβατος δεν δέχεται εξαιρέσεις
Κάποιοι ζούνε με ανέσεις και αμέτρητα λεφτά
κι εγώ κλεισμένος σε 60 τετραγωνικά
κανονικά δεν θα 'πρεπε ούτε καν να το σκεφτόμουν
μ' άρεσε τα βράδια που στις σκέψεις μου χανόμουν
κι έπλαθα ιστορίες που κρατούσα μες το νου μου
μ' έντονα στοιχεία από το χρώμα του ουρανού μου.
Τα λόγια του παππού μου παντού με συνοδεύουν
"Λίγοι μ' αγαπάνε κι άλλοι τη χαρά μου κλέβουν"...
20 χρόνια,
20 χρόνια μια ζωή που δεν πρόλαβα να ζήσω
ίσως έτσι
ίσως έτσι βρω τον τρόπο να τ' αφήσω όλα πίσω
Θυμάμαι τον πατέρα μου στου πόνου το κρεβάτι
να χάνει τις αισθήσεις του, δεν ήταν αυταπάτη
δεν έφταιξε σε κάτι, δεν διάλεξε άλλο δρόμο
ταξίδεψε για δυο λεπτά εκεί στον άλλο κόσμο
και λέω ευτυχώς που στην τελευταία πτήση
δεν έκλεισε εισητήριο και κατάφερε να ζήσει
γιατί αν μ' είχε αφήσει όλα θα 'ταν ένα τίποτα
σαν λόγια ανεκτίμητα που μένουν πάντα ανείπωτα
κι αν βρέθηκα πολύ κοντά σ' αυτό που λένε θλίψη
ο λόγος κι ο εαυτός μου δεν φοβήθηκε να κρύψει
ένα τόσο απλό συναίσθημα, κομμάτι να το κάνει
αν θέλεις να ξεχάσεις το κρασί μόνο δεν φτάνει
θερίζει σαν δρεπάνι τη στιγμή που κάποιος χάνει
τα πρόσωπα που αγάπησε και λόγια πίσω άφησε
απότομα σταμάτησε ο ένας απ' τους δείκτες
προσωπική ανάκριση καθώς περνάνε οι νύχτες...
20 χρόνια,
20 χρόνια μια ζωή που δεν πρόλαβα να ζήσω
ίσως έτσι
ίσως έτσι βρω τον τρόπο να τ' αφήσω όλα πίσω"
~ "20 χρόνια" - Γ.Σπιθουράκης & Στ. Κουτσουκέρας
The day Microsoft makes something that doesn't suck is the day they start making vacuum cleaners.
-
Ευ-Αγγελος
- Δημοσιεύσεις: 368
- Εγγραφή: Παρ Νοέμ 03, 2006 8:40 pm
- Real Name: ...
- Gender: Male
- Facebook ID: 0
Στίχοι:Οδυσσέας Ελύτης
Σύνθεση:Μίκης Θεοδωράκης
Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ
και μυρσίνη εσύ δοξαστική
μη παρακαλώ σας μη
λησμονάτε τη χώρα μου
Αετόμορφα τα έχει τα ψηλά βουνά
στα ηφαίστεια κλήματα σειρά
και τα σπίτια πιο λευκά
στου γλαυκού το γειτόνεμα
Τα πικρά μου χέρια με τον Κεραυνό
τα γυρίζω πίσω απ' τον καιρό
τους παλιούς μου φίλους καλώ
με φοβέρες και μ' αίματα
Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ
και μυρσίνη εσύ δοξαστική
μη παρακαλώ σας μη
λησμονάτε τη χώρα μου
Σύνθεση:Μίκης Θεοδωράκης
Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ
και μυρσίνη εσύ δοξαστική
μη παρακαλώ σας μη
λησμονάτε τη χώρα μου
Αετόμορφα τα έχει τα ψηλά βουνά
στα ηφαίστεια κλήματα σειρά
και τα σπίτια πιο λευκά
στου γλαυκού το γειτόνεμα
Τα πικρά μου χέρια με τον Κεραυνό
τα γυρίζω πίσω απ' τον καιρό
τους παλιούς μου φίλους καλώ
με φοβέρες και μ' αίματα
Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ
και μυρσίνη εσύ δοξαστική
μη παρακαλώ σας μη
λησμονάτε τη χώρα μου
-
Ευ-Αγγελος
- Δημοσιεύσεις: 368
- Εγγραφή: Παρ Νοέμ 03, 2006 8:40 pm
- Real Name: ...
- Gender: Male
- Facebook ID: 0
στίχοι:Διονύσιος Σολωμός
μελοποίηση:Νικόλαος Μάντζαρος
Οι πρώτοι 4 στίχοι καθιερώθηκαν ως ο εθνικός μας ύμνος το 1866 και αργότερα οι 2 πρώτοι , χάριν συντομίας.
Όλόκληρο το ποίημα θεωρήθηκε ο εθνικός ύμνος το 1866 λόγω της τεράστιας απήχησης του σαν ποίημα στον ελληνικό λαό απο το 1823 και σαν τραγούδι απο την πρώτη μελοποίηση του απο τον Μάντζαρο το 1828.
1
Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βία μετράει τη γη.
2
Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
3
Εκεί μέσα εκατοικούσες
πικραμένη, εντροπαλή,
κι ένα στόμα ακαρτερούσες,
“έλα πάλι”, να σου πεί.
4
'Αργειε νάλθει εκείνη η μέρα,
κι ήταν όλα σιωπηλά,
γιατί τά 'σκιαζε η φοβέρα
και τα πλάκωνε η σκλαβιά.
5
Δυστυχής! Παρηγορία
μόνη σού έμενε να λές
περασμένα μεγαλεία
και διηγώντας τα να κλαις.
6
Και ακαρτέρει και ακαρτέρει
φιλελεύθερη λαλιά,
ένα εκτύπαε τ' άλλο χέρι
από την απελπισιά,
7
Κι έλεες: “Πότε, α, πότε βγάνω
το κεφάλι από τσ' ερμιές;”.
Και αποκρίνοντο από πάνω
κλάψες, άλυσες, φωνές.
8
Τότε εσήκωνες το βλέμμα
μες στα κλάιματα θολό,
και εις το ρούχο σου έσταζ' αίμα,
πλήθος αίμα ελληνικό.
9
Με τα ρούχα αιματωμένα
ξέρω ότι έβγαινες κρυφά
να γυρεύεις εις τα ξένα
άλλα χέρια δυνατά.
10
Μοναχή το δρόμο επήρες,
εξανάλθες μοναχή·
δεν είν' εύκολες οι θύρες
εάν η χρεία τες κουρταλεί.
11
'Αλλος σου έκλαψε εις τα στήθια,
αλλ' ανάσαση καμμιά·
άλλος σου έταξε βοήθεια
και σε γέλασε φρικτά.
12
΄Αλλοι, οϊμέ, στη συμφορά σου
οπού εχαίροντο πολύ,
“σύρε νά 'βρεις τα παιδιά σου,
σύρε”, έλεγαν οι σκληροί.
13
Φεύγει οπίσω το ποδάρι
και ολογλήγορο πατεί
ή την πέτρα ή το χορτάρι
που τη δόξα σού ενθυμεί.
14
Ταπεινότατη σου γέρνει
η τρισάθλια κεφαλή,
σαν πτωχού που θυροδέρνει
κι είναι βάρος του η ζωή.
15
Ναι, αλλά τώρα αντιπαλεύει
κάθε τέκνο σου με ορμή,
πού ακατάπαυστα γυρεύει
ή τη νίκη ή τη θανή.
16
Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
17
Μόλις είδε την ορμή σου
ο ουρανός που για τσ' εχθρούς
εις τη γη τη μητρική σου
έτρεφ' άνθια και καρπούς,
18
εγαλήνεψε· και εχύθει
καταχθόνια μια βοή,
και του Ρήγα σού απεκρίθη
πολεμόκραχτη η φωνή.
19
΄Ολοι οι τόποι σου σ' εκράξαν
χαιρετώντας σε θερμά,
και τα στόματα εφωνάξαν
όσα αισθάνετο η καρδιά.
20
Εφωνάξανε ως τ' αστέρια
του Ιονίου και τα νησιά,
κι εσηκώσανε τα χέρια
για να δείξουνε χαρά,
21
μ' όλον πού 'ναι αλυσωμένο
το καθένα τεχνικά,
και εις το μέτωπο γραμμένο
έχει: “Ψεύτρα Ελευθεριά”.
22
Γκαρδιακά χαροποιήθει
και του Βάσιγκτον η γη,
και τα σίδερα ενθυμήθει
που την έδεναν κι αυτή.
23
Απ' τον πύργο του φωνάζει,
σα να λέει σε χαιρετώ,
και τη χήτη του τινάζει
το λιοντάρι το Ισπανό.
24
Ελαφιάσθη της Αγγλίας
το θηρίο, και σέρνει ευθύς
κατά τ' άκρα της Ρουσίας
τα μουγκρίσματα τσ' οργής.
25
Εις το κίνημα του δείχνει,
πως τα μέλη ειν' δυνατά·
και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει
μια σπιθόβολη ματιά.
26
Σε ξανοίγει από τα νέφη
και το μάτι του Αετού,
που φτερά και νύχια θρέφει
με τα σπλάχνα του Ιταλού·
27
και σ' εσέ καταγυρμένος,
γιατί πάντα σε μισεί,
έκρωζ' έκρωζ' ο σκασμένος,
να σε βλάψει, αν ημπορεί.
28
΄Αλλο εσύ δεν συλλογιέσαι
πάρεξ που θα πρωτοπάς·
δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι
στες βρισιές οπού αγρικάς·
29
σαν το βράχο οπού αφήνει
κάθε ακάθαρτο νερό
εις τα πόδια του να χύνει
ευκολόσβηστον αφρό·
30
οπού αφήνει ανεμοζάλη
και χαλάζι και βροχή
να του δέρνουν τη μεγάλη,
την αιώνιαν κορυφή.
31
Δυστυχιά του, ω, δυστυχιά του,
οποιανού θέλει βρεθεί
στο μαχαίρι σου αποκάτου
και σ' εκείνο αντισταθεί.
32
Το θηρίο π' ανανογιέται
πως του λείπουν τα μικρά,
περιορίζεται, πετιέται,
αίμα ανθρώπινο διψά·
33
τρέχει, τρέχει όλα τα δάση,
τα λαγκάδια, τα βουνά,
κι όπου φθάσει, όπου περάσει,
φρίκη, θάνατος, ερμιά·
34
Ερμιά, θάνατος και φρίκη
όπου επέρασες κι εσύ·
ξίφος έξω από τη θήκη
πλέον ανδρείαν σου προξενεί.
35
Ιδού, εμπρός σου ο τοίχος στέκει
της αθλίας Τριπολιτσάς·
τώρα τρόμου αστροπελέκι
να της ρίψεις πιθυμάς.
36
Μεγαλόψυχο το μάτι
δείχνει πάντα οπώς νικεί,
κι ας ειν' άρματα γεμάτη
και πολέμιαν χλαλοή.
37
Σου προβαίνουνε και τρίζουν
για να ιδείς πως ειν' πολλά·
δεν ακούς που φοβερίζουν
άνδρες μύριοι και παιδιά;
38
Λίγα μάτια, λίγα στόματα
θα σας μείνουνε ανοιχτά.
για να κλαύσετε τα σώματα
που θε νά 'βρει η συμφορά!
39
Κατεβαίνουνε, και ανάφτει
του πολέμου αναλαμπή·
το τουφέκι ανάβει, αστράφτει,
λάμπει, κόφτει το σπαθί.
40
Γιατί η μάχη εστάθει ολίγη;
Λίγα τα αίματα γιατί;
Τον εχθρό θωρώ να φύγει
και στο κάστρο ν' ανεβεί.
41
Μέτρα! Ειν' άπειροι οι φευγάτοι,
οπού φεύγοντας δειλιούν·
τα λαβώματα στην πλάτη
δέχοντ', ώστε ν' ανεβούν.
42
Εκεί μέσα ακαρτερείτε
την αφεύγατη φθορά·
να, σας φθάνει· αποκριθείτε
στης νυκτός τη σκοτεινιά!
43
Αποκρίνονται και η μάχη
έτσι αρχίζει, οπού μακριά
από ράχη εκεί σε ράχη
αντιβούιζε φοβερά.
44
Ακούω κούφια τα τουφέκια,
ακούω σμίξιμο σπαθιών,
ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,
ακούω τρίξιμο δοντιών.
45
Α, τι νύκτα ήταν εκείνη
που την τρέμει ο λογισμός!
΄Αλλος ύπνος δεν εγίνει
πάρεξ θάνατου πικρός.
46
Της σκηνής η ώρα, ο τόπος,
οι κραυγές, η ταραχή,
ο σκληρόψυχος ο τρόπος
του πολέμου, και οι καπνοί,
47
και οι βροντές και το σκοτάδι
οπού αντίσκοφτε η φωτιά,
επαράσταιναν τον ΄Αδη
που ακαρτέρειε τα σκυλιά·
48
Τ' ακαρτέρειε. Εφαίνον' ίσκιοι
αναρίθμητοι, γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
βρέφη ακόμη εις το βυζί.
49
'Ολη μαύρη μυρμηγκιάζει,
μαύρη η εντάφια συντροφιά,
σαν το ρούχο οπού σκεπάζει
τα κρεβάτια τα στερνά.
50
Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι
επετιούντο από τη γη,
όσοι ειν' άδικα σφαγμένοι
από τούρκικην οργή.
51
Τόσα πέφτουνε τα θερι-
σμένα αστάχια εις τους αγρούς·
σχεδόν όλα εκειά τα μέρη
εσκεπάζοντο απ' αυτούς.
52
Θαμποφέγγει κανέν' άστρο,
και αναδεύοντο μαζί,
ανεβαίνοντας το κάστρο
με νεκρώσιμη σιωπή.
53
'Ετσι χάμου εις την πεδιάδα,
μες στο δάσος το πυκνό,
όταν στέλνει μίαν αχνάδα
μισοφέγγαρο χλωμό,
54
εάν οι άνεμοι μες στ' άδεια
τα κλαδιά μουγκοφυσούν,
σειούνται, σειούνται τα μαυράδια,
οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.
55
Με τα μάτια τους γυρεύουν
όπου είν' αίματα πηχτά,
και μες στα αίματα χορεύουν
με βρυχίσματα βραχνά·
56
και χορεύοντας μανίζουν
εις τους ΄Ελληνες κοντά,
και τα στήθια τους εγγίζουν
με τα χέρια τα ψυχρά.
57
Εκειό το έγγισμα πηγαίνει
βαθειά μες στα σωθικά,
όθεν όλη η λύπη βγαίνει,
και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.
58
Τότε αυξαίνει του πολέμου
ο χορός τρομακτικά,
σαν το σκόρπισμα του ανέμου
στου πελάου τη μοναξιά.
59
Κτυπούν όλοι απάνου κάτου·
κάθε κτύπημα που εβγεί
είναι κτύπημα θανάτου
χώρις να δευτερωθεί.
60
Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει·
λες κι εκείθενε η ψυχή
απ' το μίσος που την καίει
πολεμάει να πεταχθεί.
61
Της καρδίας κτυπίες βροντάνε
μες στα στήθια τους αργά,
και τα χέρια όπου χουμάνε
περισσότερο ειν' γοργά.
62
Ουρανός γι' αυτούς δεν είναι,
ουδέ πέλαγο, ουδέ γη·
γι' αυτούς όλους το παν είναι
μαζωμένο αντάμα εκεί.
63
Τόση η μάνητα κι η ζάλη,
που στοχάζεσαι μη πως
από μία μεριά και απ' άλλη
δεν είνει ένας ζωντανός.
64
Κοίτα χέρια απελπισμένα
πώς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
χέρια, πόδια, κεφαλές,
65
και παλάσκες και σπαθία
με ολοσκόρπιστα μυαλά,
και με ολόσχιστα κρανία,
σωθικά λαχταριστά.
66
Προσοχή καμία δεν κάνει
κανείς, όχι, εις τη σφαγή·
πάνε πάντα εμπρός. Ω, φθάνει,
φθάνει· έως πότε οι σκοτωμοί;
67
Ποιος αφήνει εκεί τον τόπο,
πάρεξ όταν ξαπλωθεί;
Δεν αισθάνονται τον κόπο
και λες κι είναι εις την αρχή.
68
Ολιγόστευαν οι σκύλοι,
και “Αλλά”, εφώναζαν, “Αλλά”,
και των Χριστιανών τα χείλη
“φωτιά”, εφώναζαν, “φωτιά”.
69
Λιονταρόψυχα, εκτυπιούντο,
πάντα εφώναζαν “φωτιά”,
και οι μιαροί κατασκορπιούντο,
πάντα σκούζοντας “Αλλά”.
70
Παντού φόβος και τρομάρα
και φωνές και στεναγμοί·
παντού κλάψα, παντού αντάρα,
και παντού ξεψυχισμοί.
71
Ήταν τόσοι! Πλέον το βόλι
εις τ' αυτιά δεν τους λαλεί.
'Ολοι χάμου εκείτοντ' όλοι
εις την τέταρτην αυγή.
72
Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη
και κυλάει στη λαγκαδιά,
και το αθώο χόρτο πίνει
αίμα αντίς για τη δροσιά.
73
Της αυγής δροσάτο αέρι,
δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο
στων ψευδόπιστων το αστέρι·
φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ!
74
Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
75
Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποι·
δεν λάμπ' ήλιος μοναχά
εις τους πλάτανους, δεν λάμπει
εις τ' αμπέλια, εις τα νερά.
76
Εις τον ήσυχον αιθέρα
τώρα αθώα δεν αντηχεί
τα λαλήματα η φλογέρα,
τα βελάσματα το αρνί.
77
Τρέχουν άρματα χιλιάδες
σαν το κύμα εις το γιαλό,
αλλ' οι ανδρείοι παλληκαράδες
δεν ψηφούν τον αριθμό.
78
Ω τρακόσιοι, σηκωθείτε
και ξανάλθετε σε μας·
τα παιδιά σας θελ' ιδείτε
πόσο μοιάζουνε με σας.
79
'Ολοι εκείνοι τα φοβούνται
και με πάτημα τυφλό
εις την Κόρινθο αποκλειούνται
κι όλοι χάνουνται απ' εδώ.
80
Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου
πείνα και θανατικό,
που με σχήμα ενός σκελέθρου
περπατούν αντάμα οι δυο·
81
και πεσμένα εις τα χορτάρια
απεθαίνανε παντού
τα θλιμμένα απομεινάρια
της φυγής και του χαμού.
82
Κι εσύ αθάνατη, εσύ θεία,
που ότι θέλεις ημπορείς.
εις τον κάμπο, Ελευθερία,
ματωμένη περπατείς.
83
Στη σκια χεροπιασμένες,
στη σκια βλέπω κι εγώ
κρινοδάχτυλες παρθένες
οπού κάνουνε χορό.
84
Στο χορό γλυκογυρίζουν
ωραία μάτια ερωτικά,
και εις την αύρα κυματίζουν
μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.
85
Η ψυχή μου αναγαλλιάζει
πως ο κόρφος καθεμιάς
γλυκοβύζαστο ετοιμάζει
γάλα ανδρείας κι ελευθεριάς.
86
Μες στα χόρτα, τα λουλούδια,
το ποτήρι δεν βαστώ·
φιλελεύθερα τραγούδια
σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.
87
Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
88
Πήγες εις το Μεσολόγγι
την ημέρα του Χριστού,
μέρα που άνθισαν οι λόγγοι
για το τέκνο του Θεού.
89
Σου 'λθε εμπρός λαμποκοπώντας
η Θρησκεία μ' ένα σταυρό,
και το δάκτυλο κινώντας
οπού ανεί τον ουρανό,
90
“σ' αυτό”, εφώναξε, “το χώμα
στάσου ολόρθη, Ελευθεριά!”.
Και φιλώντας σου το στόμα
μπαίνει μες στην εκκλησιά.
91
Εις την τράπεζα σιμώνει,
και το σύγνεφο το αχνό
γύρω γύρω της πυκνώνει
που σκορπάει το θυμιατό.
92
Αγρικάει την ψαλμωδία
οπού εδίδαξεν αυτή·
βλέπει τη φωταγωγία
στους Αγίους εμπρός χυτή.
93
Ποιοι είν' αυτοί που πλησιάζουν
με πολλή ποδοβολή,
κι άρματ', άρματα ταράζουν;
Επετάχτηκες εσύ!
94
Α, το φως που σε στολίζει,
σαν ηλίου φεγγοβολή,
και μακρίθεν σπινθηρίζει,
δεν είναι, όχι, από τη γη.
95
Λάμψιν έχει όλη φλογώδη
χείλος, μέτωπο, οφθαλμός·
φως το χέρι, φως το πόδι,
κι όλα γύρω σου είναι φως.
96
Το σπαθί σου αντισηκώνεις,
τρία πατήματα πατάς,
σαν τον πύργο μεγαλώνεις,
κι εις το τέταρτο κτυπάς.
97
Με φωνή που καταπείθει
προχωρώντας ομιλείς:
“Σήμερ', άπιστοι, εγεννήθη,
ναι, του κόσμου ο Λυτρωτής.
98
Αυτός λέγει, αφοκρασθείτε:
"Εγώ ειμ' 'Αλφα, Ωμέγα εγώ·
πέστε, που θ' αποκρυφθείτε
εσείς όλοι, αν οργισθώ;
99
Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω,
που, μ' αυτήν αν συγκριθεί
κείνη η κάτω οπού σας έχω,
σαν δροσιά θέλει βρεθεί.
100
Κατατρώγει, ωσάν τη σχίζα,
τόπους άμετρα υψηλούς,
χώρες, όρη από τη ρίζα,
ζώα και δέντρα και θνητούς.
101
Και το παν το κατακαίει,
και δεν σώζεται πνοή,
πάρεξ του άνεμου που πνέει
μες στη στάχτη τη λεπτή"”.
102
Κάποιος ήθελε ερωτήσει:
Του θυμού Του εισ' αδελφή;
Ποιος είν' άξιος να νικήσει
ή με σε να μετρηθεί;
103
Η γη αισθάνεται την τόση
του χεριού σου ανδραγαθιά,
που όλην θέλει θανατώσει
τη μισόχριστη σπορά.
104
Την αισθάνονται και αφρίζουν
τα νερά, και τ' αγρικώ
δυνατά να μουρμουρίζουν
σαν ρυάζετο θηριό.
105
Κακορίζικοι, πού πάτε
του Αχελώου μες στη ροή
και πιδέξια πολεμάτε
από την καταδρομή
106
να αποφύγετε; Το κύμα
έγινε όλο φουσκωτό·
εκεί ευρήκατε το μνήμα
πριν να ευρείτε αφανισμό.
107
Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει
κάθε λάρυγγας εχθρού,
και το ρεύμα γαργαρίζει
τες βλασφήμιες του θυμού.
108
Σφαλερά τετραποδίζουν
πλήθος άλογα, και ορθά
τρομασμένα χλιμιντρίζουν
και πατούν εις τα κορμιά.
109
Ποίος στο σύντροφον απλώνει
χέρι, ωσάν να βοηθηθεί·
ποίος τη σάρκα του δαγκώνει
όσο που να νεκρωθεί.
110
Κεφαλές απελπισμένες,
με τα μάτια πεταχτά,
κατά τ' άστρα σηκωμένες
για την ύστερη φορά.
111
Σβιέται -αυξαίνοντας η πρώτη
του Αχελώου νεροσυρμή-
το χλιμίντρισμα και οι κρότοι
και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.
112
Έτσι ν' άκουα να βουίξει
τον βαθύν Ωκεανό,
και στο κύμα του να πνίξει
κάθε σπέρμα αγαρηνό!
113
Και εκεί πού 'ναι η Αγία Σοφία
μες στους λόφους τους επτά,
όλα τ' άψυχα κορμία,
βραχοσύντριφτα, γυμνά,
114
σωριασμένα να τα σπρώξει
η κατάρα του Θεού,
κι απ' εκεί να τα μαζώξει
ο αδελφός του Φεγγαριού.
115
Κάθε πέτρα μνήμα ας γένει,
κι η Θρησκεία κι η Ελευθεριά
μ' αργό πάτημα ας πηγαίνει
μεταξύ τους και ας μετρά.
116
Ένα λείψανο ανεβαίνει
τεντωτό, πιστομητό,
κι άλλο ξάφνου κατεβαίνει
και δεν φαίνεται, και πλιο
117
και χειρότερα αγριεύει
και φουσκώνει ο ποταμός·
πάντα, πάντα περισσεύει·
πολύ φλοίσβισμα και αφρός.
118
Α, γιατί δεν έχω τώρα
τη φωνή του Μωυσή;
Μεγαλόφωνα την ώρα
οπού εσβιούντο οι μισητοί,
119
το Θεόν ευχαριστούσε
στου πελάου τη λύσσα εμπρός,
και τα λόγια ηχολογούσε
αναρίθμητος λαός.
120
Ακλουθάει την αρμονία
η αδελφή του Ααρών,
η προφήτισσα Μαρία,
μ' ένα τύμπανο τερπνόν
121
και πηδούν όλες οι κόρες
με τσ' αγκάλες ανοικτές,
τραγουδώντας, ανθοφόρες,
με τα τύμπανα κι εκειές.
122
Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βία μετράει τη γη.
123
Εις αυτήν, είν' ξακουσμένο,
δεν νικιέσαι εσύ ποτέ·
όμως, όχι, δεν είν' ξένο
και το πέλαγο για σε.
124
Το στοιχείον αυτό ξαπλώνει
κύματ' άπειρα εις τη γη,
με τα οποία την περιζώνει,
κι είναι εικόνα σου λαμπρή.
125
Με βρυχίσματα σαλεύει
που τρομάζει η ακοή·
κάθε ξύλο κινδυνεύει
και λιμνιώνα αναζητεί.
126
Φαίνετ' έπειτα η γαλήνη
και το λάμψιμο του ηλιού,
και τα χρώματα αναδίνει
του γλαυκότατου ουρανού.
127
Δεν νικιέσαι, είν' ξακουσμένο,
στην ξηράν εσύ ποτέ·
όμως όχι δεν είν' ξένο
και το πέλαγο για σέ.
128
Περνούν άπειρα τα ξάρτια,
και σαν λόγγος στριμωχτά
τα τρεχούμενα κατάρτια,
τα ολοφούσκωτα πανιά.
129
Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις,
και αγκαλά δεν είν' πολλές,
πολεμώντας, άλλα διώχνεις,
άλλα παίρνεις, άλλα καις.
130
Μ' επιθυμία να τηράζεις
δύο μεγάλα σε θωρώ,
και θανάσιμον τινάζεις
εναντίον τους κεραυνό.
131
Πιάνει, αυξαίνει, κοκκινίζει,
και σηκώνει μια βροντή,
και το πέλαο χρωματίζει
με αιματόχροη βαφή.
132
Πνίγοντ' όλοι οι πολεμάρχοι
και δεν μνέσκει ένα κορμί·
χαίρου, σκιά του Πατριάρχη,
που σε πέταξαν εκεί.
133
Εκρυφόσμιγαν οι φίλοι
με τσ' εχθρούς τους τη Λαμπρή,
και τους έτρεμαν τα χείλη
δίνοντάς τα εις το φιλί.
134
Κειες τες δάφνες που εσκορπίστε
τώρα πλέον δεν τες πατεί,
και το χέρι οπού εφιλήστε
πλέον, α, πλέον δεν ευλογεί.
135
'Ολοι κλαψτε· αποθαμένος
ο αρχηγός της Εκκλησιάς·
κλάψτε, κλάψτε· κρεμασμένος
ωσάν να 'τανε φονιάς!
136
'Εχει ολάνοικτο το στόμα
π' ώρες πρώτα είχε γευθεί
τ' Άγιον Αίμα, τ' Άγιον Σώμα·
λες πως θε να ξαναβγεί
137
η κατάρα που είχε αφήσει,
λίγο πριν να αδικηθεί,
εις οποίον δεν πολεμήσει
και ημπορεί να πολεμεί.
138
Την ακούω, βροντάει, δεν παύει
εις το πέλαγο, εις τη γη,
και μουγκρίζοντας ανάβει
την αιώνιαν αστραπή.
139
Η καρδιά συχνοσπαράζει.
Πλην τι βλέπω; Σοβαρά
να σωπάσω με προστάζει
με το δάκτυλο η θεά.
140
Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη
τρεις φορές μ' ανησυχιά·
προσηλώνεται κατόπι
στην Ελλάδα, και αρχινά:
141
“Παλληκάρια μου, οι πολέμοι
για σας όλοι είναι χαρά,
και το γόνα σας δεν τρέμει
στους κινδύνους εμπροστά.
142
Απ' εσάς απομακραίνει
κάθε δύναμη εχθρική,
αλλά ανίκητη μια μένει
που τες δάφνες σας μαδεί.
143
Μία, που όταν ωσάν λύκοι
ξαναρχόστενε ζεστοί,
κουρασμένοι από τη νίκη,
αχ, το νου σάς τυραννεί.
144
Η Διχόνοια που βαστάει
ένα σκήπτρο η δολερή
καθενός χαμογελάει,
"πάρ' το", λέγοντας, "και συ".
145
Κειο το σκήπτρο που σας δείχνει
έχει αλήθεια ωραία θωριά·
μην το πιάστε, γιατί ρίχνει
εισέ δάκρυα θλιβερά.
146
Από στόμα οπού φθονάει,
παλληκάρια, ας μην πωθεί,
πως το χέρι σας κτυπάει
του αδελφού την κεφαλή.
147
Μην ειπούν στο στοχασμό τους
τα ξένη έθνη αληθινά:
"Εάν μισούνται ανάμεσό τους
δεν τους πρέπει ελευθεριά".
148
Τέτοια αφήστενε φροντίδα·
όλο το αίμα οπού χυθεί
για θρησκεία και για πατρίδα
όμοιαν έχει την τιμή.
149
Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε
για πατρίδα, για θρησκειά,
σας ορκίζω, αγκαλισθείτε
σαν αδέλφια γκαρδιακά.
150
Πόσο λείπει, στοχασθείτε,
πόσο ακόμη να παρθεί·
πάντα η νίκη, αν ενωθείτε,
πάντα εσάς θ' ακολουθεί.
151
Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία,
καταστήστε ένα Σταυρό
και φωνάξετε με μία:
"Βασιλείς, κοιτάξτ' εδώ!
152
Το σημείον που προσκυνάτε
είναι τούτο, και γι' αυτό
ματωμένους μας κοιτάτε
στον αγώνα το σκληρό.
153
Ακατάπαυστα το βρίζουν
τα σκυλιά και το πατούν
και τα τέκνα του αφανίζουν,
και την πίστη αναγελούν.
154
Εξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη
αίμα αθώο χριστιανικό,
που φωνάζει από τα βάθη
της νυκτός: Να εκδικηθώ.
155
Δεν ακούτε, εσείς εικόνες
του Θεού, τέτοια φωνή;
Τώρα επέρασαν αιώνες
και δεν έπαυσε στιγμή.
156
Δεν ακούτε; Εις κάθε μέρος
σαν του Άβελ καταβοά·
δεν ειν' φύσημα του αέρος
που σφυρίζει εις τα μαλλιά.
157
Τι θα κάμετε; Θ' αφήστε
να αποκτήσομεν εμείς
λευθεριάν, ή θα την λύστε
εξ αιτίας πολιτικής;
158
Τούτο ανίσως μελετάτε
ιδού εμπρός σας τον Σταυρό:
Βασιλείς, ελάτε, ελάτε,
και κτυπήσετε κι εδώ!"”.
Το κείμενο ήταν υπερβολικά μεγάλο. Οπότε το έβαλα σε hide.
-Wizard
μελοποίηση:Νικόλαος Μάντζαρος
Οι πρώτοι 4 στίχοι καθιερώθηκαν ως ο εθνικός μας ύμνος το 1866 και αργότερα οι 2 πρώτοι , χάριν συντομίας.
Όλόκληρο το ποίημα θεωρήθηκε ο εθνικός ύμνος το 1866 λόγω της τεράστιας απήχησης του σαν ποίημα στον ελληνικό λαό απο το 1823 και σαν τραγούδι απο την πρώτη μελοποίηση του απο τον Μάντζαρο το 1828.
1
Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βία μετράει τη γη.
2
Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
3
Εκεί μέσα εκατοικούσες
πικραμένη, εντροπαλή,
κι ένα στόμα ακαρτερούσες,
“έλα πάλι”, να σου πεί.
4
'Αργειε νάλθει εκείνη η μέρα,
κι ήταν όλα σιωπηλά,
γιατί τά 'σκιαζε η φοβέρα
και τα πλάκωνε η σκλαβιά.
5
Δυστυχής! Παρηγορία
μόνη σού έμενε να λές
περασμένα μεγαλεία
και διηγώντας τα να κλαις.
6
Και ακαρτέρει και ακαρτέρει
φιλελεύθερη λαλιά,
ένα εκτύπαε τ' άλλο χέρι
από την απελπισιά,
7
Κι έλεες: “Πότε, α, πότε βγάνω
το κεφάλι από τσ' ερμιές;”.
Και αποκρίνοντο από πάνω
κλάψες, άλυσες, φωνές.
8
Τότε εσήκωνες το βλέμμα
μες στα κλάιματα θολό,
και εις το ρούχο σου έσταζ' αίμα,
πλήθος αίμα ελληνικό.
9
Με τα ρούχα αιματωμένα
ξέρω ότι έβγαινες κρυφά
να γυρεύεις εις τα ξένα
άλλα χέρια δυνατά.
10
Μοναχή το δρόμο επήρες,
εξανάλθες μοναχή·
δεν είν' εύκολες οι θύρες
εάν η χρεία τες κουρταλεί.
11
'Αλλος σου έκλαψε εις τα στήθια,
αλλ' ανάσαση καμμιά·
άλλος σου έταξε βοήθεια
και σε γέλασε φρικτά.
12
΄Αλλοι, οϊμέ, στη συμφορά σου
οπού εχαίροντο πολύ,
“σύρε νά 'βρεις τα παιδιά σου,
σύρε”, έλεγαν οι σκληροί.
13
Φεύγει οπίσω το ποδάρι
και ολογλήγορο πατεί
ή την πέτρα ή το χορτάρι
που τη δόξα σού ενθυμεί.
14
Ταπεινότατη σου γέρνει
η τρισάθλια κεφαλή,
σαν πτωχού που θυροδέρνει
κι είναι βάρος του η ζωή.
15
Ναι, αλλά τώρα αντιπαλεύει
κάθε τέκνο σου με ορμή,
πού ακατάπαυστα γυρεύει
ή τη νίκη ή τη θανή.
16
Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
17
Μόλις είδε την ορμή σου
ο ουρανός που για τσ' εχθρούς
εις τη γη τη μητρική σου
έτρεφ' άνθια και καρπούς,
18
εγαλήνεψε· και εχύθει
καταχθόνια μια βοή,
και του Ρήγα σού απεκρίθη
πολεμόκραχτη η φωνή.
19
΄Ολοι οι τόποι σου σ' εκράξαν
χαιρετώντας σε θερμά,
και τα στόματα εφωνάξαν
όσα αισθάνετο η καρδιά.
20
Εφωνάξανε ως τ' αστέρια
του Ιονίου και τα νησιά,
κι εσηκώσανε τα χέρια
για να δείξουνε χαρά,
21
μ' όλον πού 'ναι αλυσωμένο
το καθένα τεχνικά,
και εις το μέτωπο γραμμένο
έχει: “Ψεύτρα Ελευθεριά”.
22
Γκαρδιακά χαροποιήθει
και του Βάσιγκτον η γη,
και τα σίδερα ενθυμήθει
που την έδεναν κι αυτή.
23
Απ' τον πύργο του φωνάζει,
σα να λέει σε χαιρετώ,
και τη χήτη του τινάζει
το λιοντάρι το Ισπανό.
24
Ελαφιάσθη της Αγγλίας
το θηρίο, και σέρνει ευθύς
κατά τ' άκρα της Ρουσίας
τα μουγκρίσματα τσ' οργής.
25
Εις το κίνημα του δείχνει,
πως τα μέλη ειν' δυνατά·
και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει
μια σπιθόβολη ματιά.
26
Σε ξανοίγει από τα νέφη
και το μάτι του Αετού,
που φτερά και νύχια θρέφει
με τα σπλάχνα του Ιταλού·
27
και σ' εσέ καταγυρμένος,
γιατί πάντα σε μισεί,
έκρωζ' έκρωζ' ο σκασμένος,
να σε βλάψει, αν ημπορεί.
28
΄Αλλο εσύ δεν συλλογιέσαι
πάρεξ που θα πρωτοπάς·
δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι
στες βρισιές οπού αγρικάς·
29
σαν το βράχο οπού αφήνει
κάθε ακάθαρτο νερό
εις τα πόδια του να χύνει
ευκολόσβηστον αφρό·
30
οπού αφήνει ανεμοζάλη
και χαλάζι και βροχή
να του δέρνουν τη μεγάλη,
την αιώνιαν κορυφή.
31
Δυστυχιά του, ω, δυστυχιά του,
οποιανού θέλει βρεθεί
στο μαχαίρι σου αποκάτου
και σ' εκείνο αντισταθεί.
32
Το θηρίο π' ανανογιέται
πως του λείπουν τα μικρά,
περιορίζεται, πετιέται,
αίμα ανθρώπινο διψά·
33
τρέχει, τρέχει όλα τα δάση,
τα λαγκάδια, τα βουνά,
κι όπου φθάσει, όπου περάσει,
φρίκη, θάνατος, ερμιά·
34
Ερμιά, θάνατος και φρίκη
όπου επέρασες κι εσύ·
ξίφος έξω από τη θήκη
πλέον ανδρείαν σου προξενεί.
35
Ιδού, εμπρός σου ο τοίχος στέκει
της αθλίας Τριπολιτσάς·
τώρα τρόμου αστροπελέκι
να της ρίψεις πιθυμάς.
36
Μεγαλόψυχο το μάτι
δείχνει πάντα οπώς νικεί,
κι ας ειν' άρματα γεμάτη
και πολέμιαν χλαλοή.
37
Σου προβαίνουνε και τρίζουν
για να ιδείς πως ειν' πολλά·
δεν ακούς που φοβερίζουν
άνδρες μύριοι και παιδιά;
38
Λίγα μάτια, λίγα στόματα
θα σας μείνουνε ανοιχτά.
για να κλαύσετε τα σώματα
που θε νά 'βρει η συμφορά!
39
Κατεβαίνουνε, και ανάφτει
του πολέμου αναλαμπή·
το τουφέκι ανάβει, αστράφτει,
λάμπει, κόφτει το σπαθί.
40
Γιατί η μάχη εστάθει ολίγη;
Λίγα τα αίματα γιατί;
Τον εχθρό θωρώ να φύγει
και στο κάστρο ν' ανεβεί.
41
Μέτρα! Ειν' άπειροι οι φευγάτοι,
οπού φεύγοντας δειλιούν·
τα λαβώματα στην πλάτη
δέχοντ', ώστε ν' ανεβούν.
42
Εκεί μέσα ακαρτερείτε
την αφεύγατη φθορά·
να, σας φθάνει· αποκριθείτε
στης νυκτός τη σκοτεινιά!
43
Αποκρίνονται και η μάχη
έτσι αρχίζει, οπού μακριά
από ράχη εκεί σε ράχη
αντιβούιζε φοβερά.
44
Ακούω κούφια τα τουφέκια,
ακούω σμίξιμο σπαθιών,
ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,
ακούω τρίξιμο δοντιών.
45
Α, τι νύκτα ήταν εκείνη
που την τρέμει ο λογισμός!
΄Αλλος ύπνος δεν εγίνει
πάρεξ θάνατου πικρός.
46
Της σκηνής η ώρα, ο τόπος,
οι κραυγές, η ταραχή,
ο σκληρόψυχος ο τρόπος
του πολέμου, και οι καπνοί,
47
και οι βροντές και το σκοτάδι
οπού αντίσκοφτε η φωτιά,
επαράσταιναν τον ΄Αδη
που ακαρτέρειε τα σκυλιά·
48
Τ' ακαρτέρειε. Εφαίνον' ίσκιοι
αναρίθμητοι, γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
βρέφη ακόμη εις το βυζί.
49
'Ολη μαύρη μυρμηγκιάζει,
μαύρη η εντάφια συντροφιά,
σαν το ρούχο οπού σκεπάζει
τα κρεβάτια τα στερνά.
50
Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι
επετιούντο από τη γη,
όσοι ειν' άδικα σφαγμένοι
από τούρκικην οργή.
51
Τόσα πέφτουνε τα θερι-
σμένα αστάχια εις τους αγρούς·
σχεδόν όλα εκειά τα μέρη
εσκεπάζοντο απ' αυτούς.
52
Θαμποφέγγει κανέν' άστρο,
και αναδεύοντο μαζί,
ανεβαίνοντας το κάστρο
με νεκρώσιμη σιωπή.
53
'Ετσι χάμου εις την πεδιάδα,
μες στο δάσος το πυκνό,
όταν στέλνει μίαν αχνάδα
μισοφέγγαρο χλωμό,
54
εάν οι άνεμοι μες στ' άδεια
τα κλαδιά μουγκοφυσούν,
σειούνται, σειούνται τα μαυράδια,
οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.
55
Με τα μάτια τους γυρεύουν
όπου είν' αίματα πηχτά,
και μες στα αίματα χορεύουν
με βρυχίσματα βραχνά·
56
και χορεύοντας μανίζουν
εις τους ΄Ελληνες κοντά,
και τα στήθια τους εγγίζουν
με τα χέρια τα ψυχρά.
57
Εκειό το έγγισμα πηγαίνει
βαθειά μες στα σωθικά,
όθεν όλη η λύπη βγαίνει,
και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.
58
Τότε αυξαίνει του πολέμου
ο χορός τρομακτικά,
σαν το σκόρπισμα του ανέμου
στου πελάου τη μοναξιά.
59
Κτυπούν όλοι απάνου κάτου·
κάθε κτύπημα που εβγεί
είναι κτύπημα θανάτου
χώρις να δευτερωθεί.
60
Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει·
λες κι εκείθενε η ψυχή
απ' το μίσος που την καίει
πολεμάει να πεταχθεί.
61
Της καρδίας κτυπίες βροντάνε
μες στα στήθια τους αργά,
και τα χέρια όπου χουμάνε
περισσότερο ειν' γοργά.
62
Ουρανός γι' αυτούς δεν είναι,
ουδέ πέλαγο, ουδέ γη·
γι' αυτούς όλους το παν είναι
μαζωμένο αντάμα εκεί.
63
Τόση η μάνητα κι η ζάλη,
που στοχάζεσαι μη πως
από μία μεριά και απ' άλλη
δεν είνει ένας ζωντανός.
64
Κοίτα χέρια απελπισμένα
πώς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
χέρια, πόδια, κεφαλές,
65
και παλάσκες και σπαθία
με ολοσκόρπιστα μυαλά,
και με ολόσχιστα κρανία,
σωθικά λαχταριστά.
66
Προσοχή καμία δεν κάνει
κανείς, όχι, εις τη σφαγή·
πάνε πάντα εμπρός. Ω, φθάνει,
φθάνει· έως πότε οι σκοτωμοί;
67
Ποιος αφήνει εκεί τον τόπο,
πάρεξ όταν ξαπλωθεί;
Δεν αισθάνονται τον κόπο
και λες κι είναι εις την αρχή.
68
Ολιγόστευαν οι σκύλοι,
και “Αλλά”, εφώναζαν, “Αλλά”,
και των Χριστιανών τα χείλη
“φωτιά”, εφώναζαν, “φωτιά”.
69
Λιονταρόψυχα, εκτυπιούντο,
πάντα εφώναζαν “φωτιά”,
και οι μιαροί κατασκορπιούντο,
πάντα σκούζοντας “Αλλά”.
70
Παντού φόβος και τρομάρα
και φωνές και στεναγμοί·
παντού κλάψα, παντού αντάρα,
και παντού ξεψυχισμοί.
71
Ήταν τόσοι! Πλέον το βόλι
εις τ' αυτιά δεν τους λαλεί.
'Ολοι χάμου εκείτοντ' όλοι
εις την τέταρτην αυγή.
72
Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη
και κυλάει στη λαγκαδιά,
και το αθώο χόρτο πίνει
αίμα αντίς για τη δροσιά.
73
Της αυγής δροσάτο αέρι,
δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο
στων ψευδόπιστων το αστέρι·
φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ!
74
Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
75
Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποι·
δεν λάμπ' ήλιος μοναχά
εις τους πλάτανους, δεν λάμπει
εις τ' αμπέλια, εις τα νερά.
76
Εις τον ήσυχον αιθέρα
τώρα αθώα δεν αντηχεί
τα λαλήματα η φλογέρα,
τα βελάσματα το αρνί.
77
Τρέχουν άρματα χιλιάδες
σαν το κύμα εις το γιαλό,
αλλ' οι ανδρείοι παλληκαράδες
δεν ψηφούν τον αριθμό.
78
Ω τρακόσιοι, σηκωθείτε
και ξανάλθετε σε μας·
τα παιδιά σας θελ' ιδείτε
πόσο μοιάζουνε με σας.
79
'Ολοι εκείνοι τα φοβούνται
και με πάτημα τυφλό
εις την Κόρινθο αποκλειούνται
κι όλοι χάνουνται απ' εδώ.
80
Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου
πείνα και θανατικό,
που με σχήμα ενός σκελέθρου
περπατούν αντάμα οι δυο·
81
και πεσμένα εις τα χορτάρια
απεθαίνανε παντού
τα θλιμμένα απομεινάρια
της φυγής και του χαμού.
82
Κι εσύ αθάνατη, εσύ θεία,
που ότι θέλεις ημπορείς.
εις τον κάμπο, Ελευθερία,
ματωμένη περπατείς.
83
Στη σκια χεροπιασμένες,
στη σκια βλέπω κι εγώ
κρινοδάχτυλες παρθένες
οπού κάνουνε χορό.
84
Στο χορό γλυκογυρίζουν
ωραία μάτια ερωτικά,
και εις την αύρα κυματίζουν
μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.
85
Η ψυχή μου αναγαλλιάζει
πως ο κόρφος καθεμιάς
γλυκοβύζαστο ετοιμάζει
γάλα ανδρείας κι ελευθεριάς.
86
Μες στα χόρτα, τα λουλούδια,
το ποτήρι δεν βαστώ·
φιλελεύθερα τραγούδια
σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.
87
Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
88
Πήγες εις το Μεσολόγγι
την ημέρα του Χριστού,
μέρα που άνθισαν οι λόγγοι
για το τέκνο του Θεού.
89
Σου 'λθε εμπρός λαμποκοπώντας
η Θρησκεία μ' ένα σταυρό,
και το δάκτυλο κινώντας
οπού ανεί τον ουρανό,
90
“σ' αυτό”, εφώναξε, “το χώμα
στάσου ολόρθη, Ελευθεριά!”.
Και φιλώντας σου το στόμα
μπαίνει μες στην εκκλησιά.
91
Εις την τράπεζα σιμώνει,
και το σύγνεφο το αχνό
γύρω γύρω της πυκνώνει
που σκορπάει το θυμιατό.
92
Αγρικάει την ψαλμωδία
οπού εδίδαξεν αυτή·
βλέπει τη φωταγωγία
στους Αγίους εμπρός χυτή.
93
Ποιοι είν' αυτοί που πλησιάζουν
με πολλή ποδοβολή,
κι άρματ', άρματα ταράζουν;
Επετάχτηκες εσύ!
94
Α, το φως που σε στολίζει,
σαν ηλίου φεγγοβολή,
και μακρίθεν σπινθηρίζει,
δεν είναι, όχι, από τη γη.
95
Λάμψιν έχει όλη φλογώδη
χείλος, μέτωπο, οφθαλμός·
φως το χέρι, φως το πόδι,
κι όλα γύρω σου είναι φως.
96
Το σπαθί σου αντισηκώνεις,
τρία πατήματα πατάς,
σαν τον πύργο μεγαλώνεις,
κι εις το τέταρτο κτυπάς.
97
Με φωνή που καταπείθει
προχωρώντας ομιλείς:
“Σήμερ', άπιστοι, εγεννήθη,
ναι, του κόσμου ο Λυτρωτής.
98
Αυτός λέγει, αφοκρασθείτε:
"Εγώ ειμ' 'Αλφα, Ωμέγα εγώ·
πέστε, που θ' αποκρυφθείτε
εσείς όλοι, αν οργισθώ;
99
Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω,
που, μ' αυτήν αν συγκριθεί
κείνη η κάτω οπού σας έχω,
σαν δροσιά θέλει βρεθεί.
100
Κατατρώγει, ωσάν τη σχίζα,
τόπους άμετρα υψηλούς,
χώρες, όρη από τη ρίζα,
ζώα και δέντρα και θνητούς.
101
Και το παν το κατακαίει,
και δεν σώζεται πνοή,
πάρεξ του άνεμου που πνέει
μες στη στάχτη τη λεπτή"”.
102
Κάποιος ήθελε ερωτήσει:
Του θυμού Του εισ' αδελφή;
Ποιος είν' άξιος να νικήσει
ή με σε να μετρηθεί;
103
Η γη αισθάνεται την τόση
του χεριού σου ανδραγαθιά,
που όλην θέλει θανατώσει
τη μισόχριστη σπορά.
104
Την αισθάνονται και αφρίζουν
τα νερά, και τ' αγρικώ
δυνατά να μουρμουρίζουν
σαν ρυάζετο θηριό.
105
Κακορίζικοι, πού πάτε
του Αχελώου μες στη ροή
και πιδέξια πολεμάτε
από την καταδρομή
106
να αποφύγετε; Το κύμα
έγινε όλο φουσκωτό·
εκεί ευρήκατε το μνήμα
πριν να ευρείτε αφανισμό.
107
Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει
κάθε λάρυγγας εχθρού,
και το ρεύμα γαργαρίζει
τες βλασφήμιες του θυμού.
108
Σφαλερά τετραποδίζουν
πλήθος άλογα, και ορθά
τρομασμένα χλιμιντρίζουν
και πατούν εις τα κορμιά.
109
Ποίος στο σύντροφον απλώνει
χέρι, ωσάν να βοηθηθεί·
ποίος τη σάρκα του δαγκώνει
όσο που να νεκρωθεί.
110
Κεφαλές απελπισμένες,
με τα μάτια πεταχτά,
κατά τ' άστρα σηκωμένες
για την ύστερη φορά.
111
Σβιέται -αυξαίνοντας η πρώτη
του Αχελώου νεροσυρμή-
το χλιμίντρισμα και οι κρότοι
και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.
112
Έτσι ν' άκουα να βουίξει
τον βαθύν Ωκεανό,
και στο κύμα του να πνίξει
κάθε σπέρμα αγαρηνό!
113
Και εκεί πού 'ναι η Αγία Σοφία
μες στους λόφους τους επτά,
όλα τ' άψυχα κορμία,
βραχοσύντριφτα, γυμνά,
114
σωριασμένα να τα σπρώξει
η κατάρα του Θεού,
κι απ' εκεί να τα μαζώξει
ο αδελφός του Φεγγαριού.
115
Κάθε πέτρα μνήμα ας γένει,
κι η Θρησκεία κι η Ελευθεριά
μ' αργό πάτημα ας πηγαίνει
μεταξύ τους και ας μετρά.
116
Ένα λείψανο ανεβαίνει
τεντωτό, πιστομητό,
κι άλλο ξάφνου κατεβαίνει
και δεν φαίνεται, και πλιο
117
και χειρότερα αγριεύει
και φουσκώνει ο ποταμός·
πάντα, πάντα περισσεύει·
πολύ φλοίσβισμα και αφρός.
118
Α, γιατί δεν έχω τώρα
τη φωνή του Μωυσή;
Μεγαλόφωνα την ώρα
οπού εσβιούντο οι μισητοί,
119
το Θεόν ευχαριστούσε
στου πελάου τη λύσσα εμπρός,
και τα λόγια ηχολογούσε
αναρίθμητος λαός.
120
Ακλουθάει την αρμονία
η αδελφή του Ααρών,
η προφήτισσα Μαρία,
μ' ένα τύμπανο τερπνόν
121
και πηδούν όλες οι κόρες
με τσ' αγκάλες ανοικτές,
τραγουδώντας, ανθοφόρες,
με τα τύμπανα κι εκειές.
122
Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βία μετράει τη γη.
123
Εις αυτήν, είν' ξακουσμένο,
δεν νικιέσαι εσύ ποτέ·
όμως, όχι, δεν είν' ξένο
και το πέλαγο για σε.
124
Το στοιχείον αυτό ξαπλώνει
κύματ' άπειρα εις τη γη,
με τα οποία την περιζώνει,
κι είναι εικόνα σου λαμπρή.
125
Με βρυχίσματα σαλεύει
που τρομάζει η ακοή·
κάθε ξύλο κινδυνεύει
και λιμνιώνα αναζητεί.
126
Φαίνετ' έπειτα η γαλήνη
και το λάμψιμο του ηλιού,
και τα χρώματα αναδίνει
του γλαυκότατου ουρανού.
127
Δεν νικιέσαι, είν' ξακουσμένο,
στην ξηράν εσύ ποτέ·
όμως όχι δεν είν' ξένο
και το πέλαγο για σέ.
128
Περνούν άπειρα τα ξάρτια,
και σαν λόγγος στριμωχτά
τα τρεχούμενα κατάρτια,
τα ολοφούσκωτα πανιά.
129
Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις,
και αγκαλά δεν είν' πολλές,
πολεμώντας, άλλα διώχνεις,
άλλα παίρνεις, άλλα καις.
130
Μ' επιθυμία να τηράζεις
δύο μεγάλα σε θωρώ,
και θανάσιμον τινάζεις
εναντίον τους κεραυνό.
131
Πιάνει, αυξαίνει, κοκκινίζει,
και σηκώνει μια βροντή,
και το πέλαο χρωματίζει
με αιματόχροη βαφή.
132
Πνίγοντ' όλοι οι πολεμάρχοι
και δεν μνέσκει ένα κορμί·
χαίρου, σκιά του Πατριάρχη,
που σε πέταξαν εκεί.
133
Εκρυφόσμιγαν οι φίλοι
με τσ' εχθρούς τους τη Λαμπρή,
και τους έτρεμαν τα χείλη
δίνοντάς τα εις το φιλί.
134
Κειες τες δάφνες που εσκορπίστε
τώρα πλέον δεν τες πατεί,
και το χέρι οπού εφιλήστε
πλέον, α, πλέον δεν ευλογεί.
135
'Ολοι κλαψτε· αποθαμένος
ο αρχηγός της Εκκλησιάς·
κλάψτε, κλάψτε· κρεμασμένος
ωσάν να 'τανε φονιάς!
136
'Εχει ολάνοικτο το στόμα
π' ώρες πρώτα είχε γευθεί
τ' Άγιον Αίμα, τ' Άγιον Σώμα·
λες πως θε να ξαναβγεί
137
η κατάρα που είχε αφήσει,
λίγο πριν να αδικηθεί,
εις οποίον δεν πολεμήσει
και ημπορεί να πολεμεί.
138
Την ακούω, βροντάει, δεν παύει
εις το πέλαγο, εις τη γη,
και μουγκρίζοντας ανάβει
την αιώνιαν αστραπή.
139
Η καρδιά συχνοσπαράζει.
Πλην τι βλέπω; Σοβαρά
να σωπάσω με προστάζει
με το δάκτυλο η θεά.
140
Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη
τρεις φορές μ' ανησυχιά·
προσηλώνεται κατόπι
στην Ελλάδα, και αρχινά:
141
“Παλληκάρια μου, οι πολέμοι
για σας όλοι είναι χαρά,
και το γόνα σας δεν τρέμει
στους κινδύνους εμπροστά.
142
Απ' εσάς απομακραίνει
κάθε δύναμη εχθρική,
αλλά ανίκητη μια μένει
που τες δάφνες σας μαδεί.
143
Μία, που όταν ωσάν λύκοι
ξαναρχόστενε ζεστοί,
κουρασμένοι από τη νίκη,
αχ, το νου σάς τυραννεί.
144
Η Διχόνοια που βαστάει
ένα σκήπτρο η δολερή
καθενός χαμογελάει,
"πάρ' το", λέγοντας, "και συ".
145
Κειο το σκήπτρο που σας δείχνει
έχει αλήθεια ωραία θωριά·
μην το πιάστε, γιατί ρίχνει
εισέ δάκρυα θλιβερά.
146
Από στόμα οπού φθονάει,
παλληκάρια, ας μην πωθεί,
πως το χέρι σας κτυπάει
του αδελφού την κεφαλή.
147
Μην ειπούν στο στοχασμό τους
τα ξένη έθνη αληθινά:
"Εάν μισούνται ανάμεσό τους
δεν τους πρέπει ελευθεριά".
148
Τέτοια αφήστενε φροντίδα·
όλο το αίμα οπού χυθεί
για θρησκεία και για πατρίδα
όμοιαν έχει την τιμή.
149
Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε
για πατρίδα, για θρησκειά,
σας ορκίζω, αγκαλισθείτε
σαν αδέλφια γκαρδιακά.
150
Πόσο λείπει, στοχασθείτε,
πόσο ακόμη να παρθεί·
πάντα η νίκη, αν ενωθείτε,
πάντα εσάς θ' ακολουθεί.
151
Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία,
καταστήστε ένα Σταυρό
και φωνάξετε με μία:
"Βασιλείς, κοιτάξτ' εδώ!
152
Το σημείον που προσκυνάτε
είναι τούτο, και γι' αυτό
ματωμένους μας κοιτάτε
στον αγώνα το σκληρό.
153
Ακατάπαυστα το βρίζουν
τα σκυλιά και το πατούν
και τα τέκνα του αφανίζουν,
και την πίστη αναγελούν.
154
Εξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη
αίμα αθώο χριστιανικό,
που φωνάζει από τα βάθη
της νυκτός: Να εκδικηθώ.
155
Δεν ακούτε, εσείς εικόνες
του Θεού, τέτοια φωνή;
Τώρα επέρασαν αιώνες
και δεν έπαυσε στιγμή.
156
Δεν ακούτε; Εις κάθε μέρος
σαν του Άβελ καταβοά·
δεν ειν' φύσημα του αέρος
που σφυρίζει εις τα μαλλιά.
157
Τι θα κάμετε; Θ' αφήστε
να αποκτήσομεν εμείς
λευθεριάν, ή θα την λύστε
εξ αιτίας πολιτικής;
158
Τούτο ανίσως μελετάτε
ιδού εμπρός σας τον Σταυρό:
Βασιλείς, ελάτε, ελάτε,
και κτυπήσετε κι εδώ!"”.
Το κείμενο ήταν υπερβολικά μεγάλο. Οπότε το έβαλα σε hide.
-Wizard